Header Ads

Όταν η Ιστορία δεν διδάσκει

Ο λόγος που η αμερικανική πυραυλική επίθεση ήταν απαράδεκτη δεν είναι μόνο ότι ακόμη δεν υπάρχουν αποδείξεις πως ο Άσαντ έριξε χημικά. Ούτε ότι δεν είχε το “πράσινο φως” από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, άρα ήταν σαφής παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Η επίθεση ήταν απαράδεκτη πρωτίστως επειδή είναι επικίνδυνη - στην περίπτωση που θα έχει συνέχεια.

Η πυραυλική επίθεση που εξαπέλυσε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στη Συρία, ενάντια στην αεροπορική βάση Αλ Σαϊράτ, προκάλεσε αυτόματα δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιδράσεις. Οι μεν έσπευσαν να εκφράσουν την ικανοποίησή τους που “επιτέλους” κάποιος έδειξε στον Άσαντ ότι δεν μπορεί να υπερβαίνει ατιμώρητα τις “κόκκινες γραμμές” -εν προκειμένω την απαγορευμένη χρήση χημικών όπλων- και να κάνει εγκλήματα πολέμου. Οι δε κατηγόρησαν τον Τραμπ πρώτον για “επίθεση κατά κυρίαρχου κράτους” και δεύτερον για “δύο μέτρα και δύο σταθμά”, θυμίζοντας ότι μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα και οι ΗΠΑ εγκλημάτησαν, βομβαρδίζοντας αμάχους στη Μοσούλη του Ιράκ.

Ο λόγος που η αμερικανική πυραυλική επίθεση ήταν απαράδεκτη δεν είναι μόνο ότι ακόμη δεν υπάρχουν αποδείξεις πως ο Άσαντ έριξε χημικά. Ούτε ότι δεν είχε το “πράσινο φως” από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, άρα ήταν σαφής παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Η επίθεση ήταν απαράδεκτη πρωτίστως επειδή είναι επικίνδυνη - στην περίπτωση που θα έχει συνέχεια.

Είναι επικίνδυνη, επειδή ρίχνει επιπλέον λάδι στη φωτιά ενός πολέμου, ο οποίος από καιρό δεν είναι “απλά” εμφύλιος, καθώς έμμεσα ή άμεσα εμπλέκονται σε αυτόν η Ρωσία, η Τουρκία, οι χώρες του Περσικού, το Ιράν, οι ΗΠΑ και κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, όλες με τα δικά τους συμφέροντα, όλες με το δικό τους “όραμα” για το αύριο της Συρίας, που λίγη σχέση έχει με τα συμφέροντα του συριακού λαού.

Επιπλέον, δείχνει ότι τελικά η Ιστορία δεν διδάσκει. Υπενθυμίζεται, ότι η “Δύση”, άλλοτε ενωμένη και άλλοτε όχι, με τις επεμβάσεις της στο Αφγανιστάν, ενάντια στους τρομοκράτες της Αλ Κάιντα και στο βάρβαρο καθεστώς των Ταλιμπάν, στο Ιράκ, εξαιτίας του χημικού οπλοστασίου του Σαντάμ Χουσεΐν -που τελικά δεν υπήρχε- ή στη Λιβύη, έχει κάνει σ’ αυτές τις χώρες τα πράγματα πολύ χειρότερα απ’ ό,τι ήταν προτού πάει να τα “διορθώσει”. Έχουν περάσει πάνω από δεκαπέντε χρόνια από τότε που οι δυτικές δυνάμεις μπήκαν στην Καμπούλ και ελάχιστα λιγότερα από τότε που οι ΗΠΑ αποκαθήλωσαν τον Σαντάμ Χουσεΐν, αλλά ούτε το Αφγανιστάν, ούτε το Ιράκ πλησιάζουν κατά διάνοια αυτό που λέμε “κανονικές χώρες”. Όσο για τη Λιβύη, αυτή διαλύθηκε χωρίς καν ξένες δυνάμεις επί του εδάφους.

Ας ελπίσουμε, λοιπόν, ότι το νέο παιχνίδι του Τραμπ με τη φωτιά πάνω στην ξέχειλη πυριτιδαποθήκη της Συρίας θα σταματήσει εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια