Header Ads

Λακέρδα, Φτώχεια και Μνημόνιο: Επεισόδιο 8

Χουλιάρα Λουκία

2018. Η οικογένεια Κάτσικα κατοικεί στο Παγκράτι. Ο πάτερ φαμίλιας, Χριστόδουλος, ταξιτζής και δεξιών φρονημάτων συνδικαλιστής, σε μία- παραδόξως επιτυχημένη- επαγγελματική του κίνηση, αποφάσισε να βγει στη σύνταξη λίγο πριν η Τρόικα αυξήσει τα όρια συνταξιοδότησης. Η σύζυγός του Φεβρωνία, πτυχιούχος της Παντείου αλλά ειδικευμένη στις μπάμιες τις κοκκινιστές και εν γένει στα λαδερά, βρίσκεται στα όρια της παραφροσύνης από τη διαρκώς επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση της οικογένειας και την αβέβαιη πορεία του μοναχογιού τους Ερμόλαου, ο οποίος διάγει μπακούριον βίο, φλερτάρει με τη Χρυσή Αυγή και κάνει δουλειές του ποδαριού για τα προς το ζην..



ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΟΓΔΟΟ
«Μάνα, θα πάω #Συλλαλητήριο! »

Η Φεβρωνία είχε πιάσει το τηλέφωνο και- βάσει στατιστικών δεδομένων- δε σκόπευε να το αφήσει αν δεν την πρόδιδε η μπαταρία του ασυρμάτου ή αν δεν καιγόταν το φαγητό. Είχε σοβαρή συζήτηση με τη Σούλα. Βρίσκονταν πολύ κοντά στο να ανακαλύψουν αν ο θάνατος της 44χρονης στη λίμνη της Τριχωνίδας ήταν δολοφονία ή αυτοκτονία. Είχαν μελετήσει πολύ καλά όλα τα στοιχεία, τις καταθέσεις των μαρτύρων, το υλικό από τις κάμερες και το πόρισμα θα έβγαινε από λεπτό σε λεπτό. Ένα κλειδί ακούστηκε να στιφογυρνάει στην κλειδαριά και η πόρτα άνοιξε. Ο Χριστόδουλος κόλλαγε- κατά την προσφιλή του συνήθεια- ένσημα στον καφενέ της γειτονιάς. Με το τουρνουά πρέφας σε εξέλιξη θα ήταν απίθανο να πήρε ρεπό και να ήταν αυτός!



Φεβρωνία:

Ερμόλαε, ήρθες;;



Ένα μούγκρισμα ακούστηκε από την είσοδο και η Φεβρωνία σιγουρεύτηκε για την άφιξη του μοναχογιού της.



Φεβρωνία:

Ρίξε μια ματιά στο φαγητό βρε Ερμόλαε γιατί μιλάω στο τηλέφωνο.

Ερμόλαος:

Παράτα με ρε μάνα! Αν δεν ερχόμουν εγώ τώρα δηλαδή ποιος θα το κοίταγε;;

Φεβρωνία:

Μη μου λες εμένα παράτα με. Δεν είμαι δούλα σας εδώ μέσα. Είχατε και στο χωριό σας οικιακή βοηθό;; Αει σιχτιρ. Μου φάγατε τη ζωή, είπε καλύπτοντας το ακουστικό με το χέρι. Δεν ήταν ανάγκη να γίνει η Σούλα- για πολλοστή φορά- μάρτυρας μια οικογενειακής σκηνής.



Ερμόλαος:

Ωχουυυυυυυυυυυυυ, πότε θα πάρω τα μπογαλάκια μου να φύγω..


Φεβρωνία:

Πάρ’ τα Ερμόλαε! Ελεύθερα. Αν θες βοήθεια πολύ ευχαρίστως να πακετάρουμε μαζί!



Ξαφνικά ακούστηκε ένα φοβερός θόρυβος. Σα να γκρεμίστηκε μια στοίβα πράγματα. Η Φεβρωνία, έκλεισε το τηλέφωνο άρον, άρον και πετάχτηκε προς την κατεύθυνση που ακούστηκε ο σαματάς. Αντίκρισε τον Ερμόλαο ξάπλα στο πάτωμα, αλά μπρατσέτα με μια σακατεμένη καρέκλα και κάμποσες αναποδογυρισμένες κούτες στο κεφάλι του, οι οποίες- κατά τα φαινόμενα- είχαν μόλις πέσει απ’ το πατάρι. Η Φεβρωνία με αξιοθαύμαστη αυτοσυγκράτηση, απέφυγε να μπήξει τις τσιρίδες. Ο χαρακτηρισμός «Άδωνις» που της είχε αποδώσει ο Χριστόδουλος, όταν εκείνη βρήκε την κουζίνα λουσμένη στα λάδια γιατι εκείνος είχε τη φαεινή ιδέα να τηγανίσει πατάτες με αυγά, την είχε σημαδέψει και δεν είχε ξανατσιρίξει έκτοτε!

Φεβρωνία:

Ερμόλαε, ψάχνεις κάτι;;

Ερμόλαος:

Όχι! Ανέβηκα στο πατάρι για να το καθαρίσω απ’ τις αράχνες!

Φεβρωνία:

Τίποτα δεν του άφησες του πατέρα σου! Ακόμη και το άθλιο χιούμορ του ξεπατίκωσες. Κόπι-πάστε σε όλα του. Επαναλαμβάνω λοιπόν, ψάχνεις κάτι;;

Ερμόλαος:

Ό,τι ψάχνω θα το βρω μόνος μου. Να μην ανακατεύεσαι.

Φεβρωνία:

Το πολύ, πολύ να καταφέρεις να κατεδαφίσεις και το υπόλοιπο πατάρι. Λέγε τι ψάχνεις γιατι δε φημίζομαι για την υπομονή μου.

Ερμόλαος:

Κάτι πράγματα..

Φεβρωνία:

Σώπα! Κι εγω έλεγα ότι βαρέθηκες να κάνεις τον πορτιέρη στα ποτάδικα του ελέους και θα ψαχνες καμιά δουλειά της προκοπής. Λέγε τι πράγματα! Μην παίζεις με τα νεύρα μου

Ερμόλαος:

Να μωρέ, είχα μια στολή

Φεβρωνία:

Τι στολή;; Απ’ το στρατό;;

Ερμόλαος:

Σιγά μη ψάχνω και τη στολή της νοσοκόμας ρε μάνα!

Φεβρωνία:

Τι στολή τότε;

Ερμόλαος:

Είχα μια αποκριάτικη απ’ το σχολείο..

Φεβρωνία:

Αποκριάτικη;; Εσύ στο σχολείο «έπαιζες» μία μέσα, τέσσερις έξω! Είχες πάρει και αποκριάτικη στολή;;

Ερμόλαος:

Είχα. Φύγε τώρα. Θα ψάξω μόνος μου

Φεβρωνία:

Τι στολή παιδάκι μου;; Δε θυμαμ, όπα! Όπα! Κάτσε. Μια ντεμέκ στολή, που είχαμε φτιάξει τότε που πήγες σ’ εκείνο το αποκριάτικο πάρτυ του Γιαννάκη της κυρά- Λιάνας;; Που λύσσαξες να ντυθείς John Snow;;;

Ερμόλαος:

E, ναι…

Φεβρωνία:

Που φασκιώθηκες εκείνο το χοντρό πουλόβερ του πατέρα σου, ένα κολάν και μια κάπα δικιά μου, τις γαλότσες του παππού Ερμόλαου και κότσαρες και το ψεύτικο γούνινο χαλί από τα Jumbo από πάνω;;

Ερμόλαος:

Ε, ναι..

Φεβρωνία:

Που βαλες τόσο ζελέ στο μαλλί που σουν σα γλειμμένος ποντικός και ζωγράφισες κι ένα γελοίο μουστακάκι με το μολύβι των ματιών μου;;

Ερμόλαος:

Ε, ναι..

Φεβρωνία:

Που κόντεψα εγώ να κατουρηθώ και του πατέρα σου να του απορρυθμιστεί ο απινιδωτής, με τέτοιο γέλιο που κάναμε;;

Ερμόλαος:

Μια χαρά βλέπω τη θυμάσαι τη στολή! Που μου κανες την ανήξερη!

Φεβρωνία:

Και τι τη θες αυτή την αηδία;;

Ερμόλαος:

Τη θέλω! Να μην είσαι περίεργη. Που βρίσκεται;

Φεβρωνία:

Τι τη θες καλέ;;

Ερμόλαος:

Τη θέλω για το συλλαλητήριο της Κυριακής. Ευχαριστήθηκες τώρα;;

H Φεβρωνία με κόπο συγκρατούσε το γέλιο της. Ο Ερμόλαος πάντα παραπονιόταν ότι τον υποτιμούσε και τον θεωρούσε ηλίθιο. Θα ήταν σα να επιβεβαίωνε τα λεγόμενά του αν λύγιζε και αρχίναγε να γελάει.

Φεβρωνία:

Καλά, είχαν John Snow στις τάξεις τους οι Μακεδονομάχοι;;

Ερμόλαος:

Ο συμβολισμός έχει σημασία. Όχι οι λεπτομέρειες.

Φεβρωνία:

Και ποιος είναι ο συμβολισμός δηλαδή;

Ερμόλαος:

Ότι θα πολεμήσουμε για τη Μακεδονία μας! Δε θα αφήσουμε να την ξεπουλήσει ο άπλυτος και το σινάφι του!

Φεβρωνία:

Ποιοι θα πολεμήσετε;; Εσύ και οι φίλοι σου;;

Ερμόλαος:

Ναι γιατι;; Κωλώνουμε;;

Φεβρωνία:

Όχι αγόρι μου! Προς Θεού! Τι να κωλώνετε;; Εσείς έχετε δώσει μάχες και μάχες στις καφετέριες και στα μπαράκια. Άσε τη στολή τώρα και πήγαινε να πλύνεις τα χέρια σου. Θα βάλω να φάμε σε λίγο!







Δεν υπάρχουν σχόλια