Header Ads

Το ροζ τηλέφωνο του Μαρινάκη

Παίρνει ένα υπουργό, με απειλητικό ύφος όπως έγραψε ο Τζανακόπουλος για να τον ρωτήσει ποιος έγραψε τις ανακοινώσεις του Μαξίμου

Ο Βαγγέλης Μαρινάκης έχει κάθε δικαίωμα να αντιστρατεύεται την κυβέρνηση και θεωρεί πως μια κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη θα ήταν πιο ευχάριστη και αποδοτική γι’ αυτόν. Έχει επίσης δικαίωμα να θεωρεί πως το περιβάλλον του αρχηγού της ΝΔ, με τις offshore και τις χρηματοδοτήσεις από offshore, είναι πιο οικείο και φιλικό στις δικές του δραστηριότητες.

Mπορεί να μισεί τον Τσίπρα εκφράζοντας την αγάπη του στον Κυριάκο είτε αυτό προέρχεται από ιδεολογική τοποθέτηση είτε από συμφέρον. Έχει σίγουρα δικαίωμα να θεωρεί πως εκδότες όπως ο Θέμος με τα μαύρα εκατομμύρια και εφημερίδες όπως αυτή του Καραμήτσου είναι πιο ωφέλιμοι για τη χώρα απ’ ό,τι το Documento και η αφεντιά μου. Είναι αναμφίβολα δικαίωμά του να κάνει παρέες με ναρκέμπορους όπως ο Κοτσώνης και ο Γιαννουσάκης και να θεωρεί εχθρικούς τους Τζανακόπουλους. Για όλα αυτά έχει δικαίωμα. Δεν μπορεί όμως να ορίζει την πολιτική ανάλογα με τις δικαστικές του περιπέτειες, την ψυχοσύνθεσή του και το θυμικό του. 

Τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, ο επιχειρηματίας Βαγγέλης Μαρινάκης κάλεσε επίμονα τον υπουργό Δημήτρη Τζανακόπουλο. Μαύρα μεσάνυχτα και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν κάλεσε από το τηλέφωνό του ή από κάποιο άλλο καρτοκινητό για παράδειγμα. Σε κάθε περίπτωση έκανε κάτι που δεν συνηθίζεται στον πολιτικό μας πολιτισμό (οφείλει να τη σεβαστεί την έκφραση αυτή ο κύριος Μαρινάκης) και δεν αρμόζει ούτε καν στον ποδοσφαιρικό.

Παίρνει ένα υπουργό, με απειλητικό ύφος όπως έγραψε ο Τζανακόπουλος για να τον ρωτήσει ποιος έγραψε τις ανακοινώσεις του Μαξίμου. Αφού ο επιχειρηματίας αναγνώρισε τον εαυτό του ως τον ναρκέμπορο στην ανακοίνωση του Μαξίμου, κάλεσε τον υπουργό για να τον συνετίσει. Προφανώς έτσι έχει μάθει με τους πολιτικούς τους οποίους συναναστρέφεται και θεωρεί καθώς πρέπει, να τους παίρνει τηλέφωνο και αυτοί όχι μόνο να ψελλίζουν «μάλιστα Βαγγέλη», αλλά να σηκώνονται και όρθιοι την ώρα που του μιλάνε.

Έχει ενδιαφέρον και η αντίδραση τόσο του Τύπου στη δημοσιοποίηση του περιστατικού όσο και των κομμάτων. Αφού αμφισβήτησαν το γεγονός με καγχασμό και αστεϊσμούς του τύπου «ναι καλά και μένα με πήρε τηλέφωνο η Σάρον Στόουν», όταν το αφεντικό του λιμανιού παραδέχτηκε πως τηλεφώνησε, ξεκίνησαν τα «και να πετάει πόσο πετάει ο γάιδαρος».

Το τηλεφώνημα που υποτίθεται δεν είχε γίνει, ξαφνικά υπήρξε ως ευγενικό τηλεφώνημα, κάτι σαν ροζ διαμαρτυρία αγάπης να υποθέσω, αφού έγινε γύρω στα μεσάνυχτα. Η τακτική αυτή του Τύπου, μπορεί να μην ήταν απαίτηση του Μαρινάκη, αλλά έδειξε πόσο έχουν στραμμένα τα μάτια και κυρίως τα ανοιχτά χέρια στον Μαρινάκη. Θεωρούν ως δημοσιογραφία όσα θέλει να πει το αφεντικό πριν τα πει και πολιτική την ύπαρξη αφεντικού πίσω από το οποίο θα στοιχηθούν για να περισώσουν όσα απειλεί, -γιατί τα απειλεί πραγματικά-, η κυβέρνηση.

Ο Βαγγέλης Μαρινάκης, έχοντας μια συγκεκριμένη δόμηση και ψυχοσύνθεση που θέλει τον εαυτό του και την βουλισιαρχία του ως κινητήριο μοχλό της καθημερινότητας, αγνοεί πώς γράφεται η Ιστορία. Παρότι αγόρασε ένα εκδοτικό συγκρότημα το οποίο απέδειξε ιστορικά πως εύκολα κάποιος μπορεί να βρεθεί από τα ψηλά στα χαμηλά, όπως ο κραταιός Ψυχάρης, συνεχίζει να μπερδεύει την εξουσία του χρήματος με την εξουσία που αποδίδει ο πολίτης και την ελέγχει κιόλας.

Πολλές φορές η εξουσία του χρήματος και των πολιτικών εκβιασμών επιβάλλεται, αλλά όταν αναιρεθεί ή αφαιρεθεί, τότε είναι βίαιο. Η Ελλάδα είναι γεμάτη με επιχειρηματίες που νόμιζαν ότι έχουν την ιδιοκτησία της χώρας και των ανθρώπων ή πως μπορούν σε κάθε περίπτωση να τους αγοράσουν και τώρα προσεύχονται να πέσει η κυβέρνηση μήπως και σωθεί η αυταπάτη τους μαζί με τους ίδιους.

Φυσικά το κύριο θέμα δεν είναι πώς αντιλαμβάνεται τη λειτουργία του ο κάθε Μαρινάκης σε αυτή τη χώρα, αλλά αν όσοι έχουν την ευθύνη της δημοκρατικής λειτουργίας της, θεσμοί, κόμματα, πολιτικοί, καταλαβαίνουν πως τη χώρα δεν την εξουσιάζει ο Μαρινάκης. Ο Μαρινάκης μπορεί να διαμαρτύρεται, να χρησιμοποιεί νόμιμα μέσα, να κάνει τις επιλογές του, να χρηματοδοτεί ακόμη και offshore της αρεσκείας του, αλλά η χώρα αποτελείται από πολίτες και θεσμούς οι οποίοι δεν αγοράζονται όπως οι παίκτες (και οι δημοσιογράφοι να προσθέσω).

Αν κάτι αποδείχθηκε επί ημερών αυτής της κυβέρνησης, είναι πως η ισχύς της δαιδαλώδους διαπλοκής ατόμων που θεωρούσαν τον εαυτό τους ισόβιο ιδιοκτήτη της χώρας απέχει πολύ λίγο από την πόρτα της φυλακής ή έστω την διαπόμπευση.

Δεν υπήρξε ροζ πολιτικό τηλέφωνο ευγενούς διαμαρτυρίας. Ο Μαρινάκης αρνείται να απαντήσει δημόσια, ως δημόσιο πρόσωπο που ελέγχει ΜΜΕ, πρακτορεία Τύπου και εταιρείες, σε όσα του καταλογίζει η Εισαγγελία και όχι η κυβέρνηση με την οποία μπορεί να είναι όσο εχθρικός θέλει, κατανοώντας πρωτίστως το όριο μεταξύ αλητείας και δικαιώματος.

Δυστυχώς γι’ αυτόν, η προσπάθεια που κάνει να συνδέσει τη δικαστική του περιπέτεια με την πολιτική, αποδεικνύει πως αυτό που αντιλαμβάνεται είναι την πολιτική ως μέσο παρέμβασης που ενοχοποιεί ή καθαρίζει. Κάθε πολίτης του οποίου εμβάσματα εκατομμυρίων εντοπιζόταν σε λογαριασμούς σπείρας ναρκεμπόρων, θα διωκόταν και θα τον καλούσαν να δώσει εξηγήσεις. Και φυσικά θα ήταν προφυλακισμένος.

ΥΓ. Βαγγέλη Μαρινάκη, εντελώς ανθρώπινα. Οι σύμβουλοι, οι εκδότες και οι πολιτικοί που σε σπρώχνουν στον δρόμο της επιθετικότητας με φόντο την ισχύ του χρήματος, πριν υπηρετήσουν εσένα, υπηρετούσαν άλλα αφεντικά. Τα οποία δεν γνώριζαν μετά την κατάρρευση. Ρώτα και τον Τάσο. Για τον Βγενόπουλο για παράδειγμα.

Κώστας Βαξεβάνης

πηγή: koutipandoras.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια