Header Ads

Άρθρο Λ. Κρέτσου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: Μετά τις Τηλεοπτικές Άδειες τι; Βήματα μπροστά


Του Λευτέρη Κρέτσου, γενικού γραμματέα Ενημέρωση και Επικοινωνίας

«Μετά τις Τηλεοπτικές Άδειες τι; Βήματα μπροστά»

Σε προηγούμενο άρθρο στο ΑΠΕ-ΜΠΕ είχα την ευκαιρία να τονίσω τις δομικές αλλαγές που συντελούνται στο χώρο της παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης οπτικοακουστικού περιεχομένου, καταλήγοντας στη θέση ότι η τηλεόραση παραμένει ο βασιλιάς. Το συμπέρασμα είναι ότι έχουμε διεθνώς περάσει στη χρυσή εποχή της τηλεόρασης και της οπτικοακουστικής παραγωγής με καλύτερα και πιο ποιοτικά προγράμματα, με πιο διευρυμένο κοινό παγκοσμίως, με μεγαλύτερη ταχύτητα, αμεσότητα, με υψηλότερη ευκολία διανομής και ενίοτε διαμοιρασμού του περιεχομένου εξαιτίας της εισαγωγής νέων τεχνολογιών, της χρήσης περισσότερων εφαρμογών και γρηγορότερου διαδικτύου.

Αφορμή για τη συγγραφή του άρθρου εκείνου ήταν η πρόσφατη τότε ομόφωνη απόφαση του ΕΣΡ για την προκήρυξη επτά τηλεοπτικών αδειών πανελλαδικής εμβέλειας 10ετους διάρκειας, με την καταβολή τουλάχιστον 35 εκατομμυρίων ανά άδεια. Σήμερα, διαφαίνεται πλέον η ολοκλήρωση της διαδικασίας από το ΕΣΡ με μόλις πέντε υποψήφιους επενδυτές να έχουν περάσει το στάδιο της προεπιλογής και αν αυτό δεν αλλάξει δύο τηλεοπτικές άδειες θα μείνουν «ορφανές», ενώ το ιστορικό MEGA εξακολουθεί να παραμένει ζωντανό, αλλά διασωληνωμένο, με τους εργαζόμενους του απλήρωτους και το κανάλι εκτός διαγωνιστικής διαδικασίας.

Αφήνω ασχολίαστη την αναντιστοιχία προθέσεων και πράξεων για όσους άσκησαν λυσσαλέα κριτική στον πρώτο διαγωνισμό του 2016, ειδικά ως προς τον αριθμό των καναλιών, και αναδιατυπώνω το ερώτημα που είχα εγείρει δέκα μήνες πριν, υπό το φως των νέων δεδομένων:

Έχει μέλλον η παραδοσιακή τηλεόραση;

Η απάντηση είναι απολύτως καταφατική. Η παραδοσιακή τηλεόραση δεν έχει πει την τελευταία της λέξη και έχει διακριτή θέση στο μελλοντικό τηλεοπτικό τοπίο. Σύμφωνα με μια έρευνα της Global TV Deck σε 19 χώρες το 2017 η παραδοσιακή τηλεόραση προσεγγίζει το 70% του πληθυσμού και το 90% των πολιτών σε μια εβδομάδα. Οι νεότεροι (millenials) αν και προτιμούν τις streaming υπηρεσίες, όπως αυτές του Netflix, εμφανίζονται με το πέρας του χρόνου και την απόκτηση παιδιών να αυξάνουν το χρόνο τηλεθέασης τους, μεγάλο μέρος του οποίου αφορά και την παραδοσιακή γραμμική τηλεόραση.

Και αυτό γιατί η παραδοσιακή τηλεόραση μπορεί να μη διαθέτει τις πολύ δαπανηρές και κορυφαίες τηλεοπτικές σειρές του Netflix ή της Amazon, που έχουν παγκόσμιο κοινό και απήχηση, αλλά έχει μεγαλύτερη πρόσδεση με την τοπικότητα και διαθέτει το πλεονέκτημα να παρέχει ζωντανό πρόγραμμα. H τηλεθέαση, για παράδειγμα, μεγάλων αθλητικών γεγονότων παραμένει προνομιακό πεδίο της παραδοσιακής τηλεόρασης (συνδρομητικής και ελεύθερης).

Είναι ενδεικτική η πρόσφατη μελέτη του Broadcasters Audience Research Board (BARB) στη Βρετανία, η οποία αποκάλυψε ότι το 87% της τηλεοπτικής θέασης αφορά ζωντανό και όχι κατά παραγγελία πρόγραμμα (Video on Demand, VoD), γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει ότι οι streaming υπηρεσίες κερδίζουν μεν έδαφος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστούν την παραδοσιακή γραμμική τηλεόραση. Οι streaming υπηρεσίες, αντίθετα, συμπληρώνουν τις αυξημένες απαιτήσεις κατανάλωσης οπτικοακουστικού περιεχομένου.

Και φυσικά αν αυτό ισχύει στην περίπτωση της Βρετανίας, όπου σύμφωνα με τη Mortar London περισσότερο από το 40% των πολιτών δαπανούν πάνω από 300-εκατομμύρια λίρες το μήνα σε συνδρομητικές πλατφόρμες και VoD υπηρεσίες, όπως αυτές του Netflix, της Amazon Prime, του Now TV and της HayU, τότε στην περίπτωση της Ελλάδας ισχύει ακόμη περισσότερο, δεδομένης της χαμηλότερης διείσδυσης και πιο σαφώς περιορισμένης τάσης υποκατάστασης της παραδοσιακής τηλεόρασης από νέους πάροχους.

Άλλωστε τα σχετικά μεγέθη τηλεθέασης είναι εξόχως αποκαλυπτικά. Οι νέοι πάροχοι και οι επιγραμμικές πλατφόρμες βίντεο συνεχούς ροής (streaming video services) φέρνουν νέα δεδομένα και πρωταγωνιστούν στις εξελίξεις εξαιτίας των πανάκριβων παραγωγών τύπου Games of Thrones και Crown.

Ο χρόνος όμως θέασης περιεχομένου που μεταδίδεται σε πραγματικό χρόνο είναι κατά 300% μεγαλύτερος σε σχέση με τον κατά παραγγελία χρόνο και η ελεύθερης λήψης τηλεόραση (Free to Air) προσφέρει σε ημερήσια βάση δύο δισεκατομμυρία ώρες περιεχομένου στα νοικοκυριά της Ευρώπης, ενώ η κατά παραγγελία συνδρομητική τηλεόραση (SVOD) ανέρχεται σε μόλις 12 δισεκατομμύρια ώρες θέασης το μήνα.

Επιπλέον, η παραδοσιακή τηλεόραση εξακολουθεί να αποτελεί το μέσο ενημέρωσης με την υψηλότερη εμπιστοσύνη για τη διαφημιστική αγορά. Και αυτό ισχύει ακόμη και στην περίπτωση της αγοράς των ΗΠΑ, η οποία θεωρείται για πολλούς ως η πιο προηγμένη και αυτή που χαράσσει τις νέες τάσεις στο πεδίο της ψυχαγωγίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της AirBnB, η οποία είδε άμεση αύξηση στην επισκεψιμότητα των διαδικτυακών της ιστοσελίδων μόλις λάνσαρε τηλεοπτικές καμπάνιες. Πολλές γνωστές εταιρείες ακολούθησαν αυτόν τον κανόνα με πολύ υψηλά ποσοστά επιτυχίας.

Υπάρχουν ωστόσο και πιο μετριοπαθείς και εξόχως ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις για το μέλλον της παραδοσιακής τηλεόρασης, όπως αυτή του Walter Luzzolino, συνιδρυτή της διαδικτυακής τηλεόρασης Walter Presents του Channel 4. Ο Luzzolino σε πρόσφατο συμπόσιο ανέφερε ότι βρισκόμαστε στη μέση ενός φοβερού πολέμου μεταξύ της παραδοσιακής τηλεόρασης και των υπηρεσιών βίντεο συνεχούς ροής (streaming services) μέχρι να επέλθει ο γάμος και η συμφιλίωση των δύο πλευρών. Σε πέντε χρόνια η ενσωμάτωση των streaming services στην τηλεόραση θα έχει ολοκληρωθεί κατά τουλάχιστον 75%. Ορισμένα τηλεοπτικά κανάλια θα μπούν σε κοινοπραξίες με τους γίγαντες του διαδικτύου και θα αγοράσουν άλλα κανάλια, καθώς μόνο έτσι οι νέοι πάροχοι, όπως το Netflix θα μπορέσουν να διαμορφώσουν το δημόσιο διάλογο.

Η ελληνική τηλεοπτική πραγματικότητα σε κρίση

Σε κάθε περίπτωση όλα τα στοιχεία και οι τάσεις δείχνουν ότι έχει ακόμη ενδιαφέρον να επενδύσει κάποιος στη τηλεόραση και στην ευρύτερη οπτικοακουστική βιομηχανία και ιδιαίτερα σε μια χώρα, όπως η Ελλάδα, όπου παρατηρείται έντονο πρόβλημα δημογραφικής γήρανσης, χρόνιας οικονομικής επιβάρυνσης των πολιτών, καθώς και απουσία παραγωγής πρωτότυπου περιεχομένου στα ελληνικά από διεθνείς παίχτες στην τηλεοπτική αγορά.

Αυτό όμως δε σημαίνει ότι όλα είναι ρόδινα και ότι πρέπει να κρύψουμε τα προβλήματα κάτω από το χαλί. Η ελληνική τηλεοπτική πραγματικότητα, και αυτό αφορά και την περίπτωση της ΕΡΤ, βρίσκεται σε διπλή κρίση: Από τη μία εκείνη που έχουν προκαλέσει συσσωρευμένες παθογένειες, στρεβλώσεις και ανεπάρκειες ετών. Από την άλλη εκείνη που γεννούν οι προκλήσεις της νέας, ψηφιακής εποχής, στην οποία η ήδη βεβαρυμμένη ελληνική τηλεόραση καλείται ταχύτατα να προσαρμοστεί.

Θα ήταν, αν όχι λάθος, πάντως σίγουρα αντιπαραγωγικό να διαχωρίσουμε τις δύο κρίσεις. Ναι, να μελετήσουμε τις αιτίες που οδήγησαν τους λειτουργούς και τους ιδιοκτήτες των τηλεοπτικών σταθμών σε παρωχημένες λογικές ή ενίοτε ακόμη και σε ρόλους επικίνδυνους για τη δημοκρατία. Ναι, να αναζητήσουμε τις διαδικασίες που καταδίκασαν και καταδικάζουν το ελληνικό τηλεοπτικό περιεχόμενο σε μια πορεία δραματικής παρακμής. Ναι, να αναρωτηθούμε για τους λόγους που η τηλεοπτική δημόσια σφαίρα εκδηλώνει συμπτώματα διακρίσεων, αποκλεισμών και φτήνιας.

Αν όμως το όραμα και ο στόχος είναι να μπουν τα θεμέλια για το ξεπέρασμα της κρίσης είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να εκμεταλλευθούμε τη μεγάλη ευκαιρία που αναδύεται με αφορμή και την ιστορικής σημασίας ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης. Να αναζητήσουμε λύσεις στα παλιά προβλήματα μέσα από τις προκλήσεις της νέας εποχής. Κοιτάζοντας κυρίως μπροστά, λαμβάνοντας ρυθμιστικές πρωτοβουλίες και ενθαρρύνοντας αναπτυξιακές λογικές, θεμελιώνοντας ένα υγιές -αυτήν τη φορά- πέρασμα της τηλεόρασης στην νέα ψηφιακή της εποχή.

Η ελληνική τηλεοπτική πραγματικότητα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο και ο χρόνος πιέζει. Μαζί της υποφέρει και η εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή παρά το πείσμα της κοινότητας των κινηματογραφιστών να καταθέσουν ψυχή και ταλέντο απέναντι σε ένα εχθρικό περιβάλλον χρηματοδότησης και φορολογίας ή/ και διακριτικής ανοχής (πχ. περίπτωση της υποχρέωσης των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών για επανεπένδυση του 1,5% στην κινηματογραφική παραγωγή). Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να βλέπουμε το μέλλον πιο αισιόδοξα; Και εδώ η απάντηση είναι καταφατική με την προοπτική της ανάγνωσης των νέων δεδομένων και της λήψης των απαιτούμενων μέτρων και δράσεων.

Νέα δεδομένα

Τα νέα δεδομένα στο χώρο της τηλεόρασης και των μέσων ενημέρωσης ωθούν την εγχώρια οπτικοακουστική βιομηχανία σε μια νέα εποχή. Τα τελευταία τρια χρόνια έχουν επισυμβεί πολλές και πολύ ουσιαστικές αλλαγές στο εγχώριο τηλεοπτικό και μιντιακό οικοσύστημα. Κάποιες έχουν ήδη μεγάλη ορατότητα στην ελληνική κοινωνία (πχ. τηλεοπτικές άδειες), ενώ άλλες προκαλούν λιγότερο θόρυβο και είναι αθέατες (πχ. αλλαγές στην τηλεοπτική διαφήμιση, ψηφιακό ραδιόφωνο, υβριδική τηλεόραση κτλ.).

Πρόκειται για έναν κλάδο που αλλάζει καθημερινά και ο οποίος επιπλέον διαθέτει μια εγγενή αυτοτέλεια ως προνομιακό πεδίο ανάδειξης και διαπραγμάτευσης ευρύτερων επιχειρηματικών και πολιτικών συγκρούσεων. Η ρύθμιση του τοπίου των media και της οπτικοακουστικής βιομηχανίας ήταν και παραμένει ένας δύσκολος και επίπονος γρίφος. Και αυτό ισχύει για όλες τις χώρες του κόσμου.

Στην περίπτωση της Ελλάδας όμως είχαμε την ανάγκη παρεμβάσεων με διφυή υπόσταση: κατ’ αρχήν, παρεμβάσεων που ρυθμίζουν τον οπτικοακουστικό τομέα λαμβάνοντας υπόψη τις νέες τεχνολογίες και τον παλμό των διεθνών ρυθμίσεων, δεύτερον, παρεμβάσεων ικανών να λειτουργήσουν ως εφαλτήριο και επιταχυντής για την αλλαγή του επιχειρηματικού μοντέλου, τη βελτίωση των όρων απασχόλησης, την επίτευξη συνθηκών ισονομίας και υγιούς ανταγωνισμού, και τέλος τη βελτίωση της ικανότητας απορρόφησης της τεχνολογικής καινοτομίας.

Σε αυτό το πλαίσιο και με αυτούς τους στόχους έχουν ήδη τεθεί τα θεμέλια ενός πολύπλευρου και συμπαγούς θεσμικού πλαισίου αναπτυξιακής κατεύθυνσης. Αναφέρω ενδεικτικά κάποιες παρεμβάσεις, οι οποίες αν και δεν απασχόλησαν έντονα το δημόσιο διάλογο έχουν εντούτοις ξεχωριστή σημασία:

-η ρύθμιση πεδίου συγκλίσεων μεταξύ παραδοσιακών και νέων μέσων παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης περιεχομένου, ώστε να αποτραπεί ο άναρχος ανταγωνισμός, όπως η τροποποίηση σειράς διατάξεων του Νόμου 2644/1998 για τη συνδρομητική τηλεόραση, η απελευθέρωση του επαγγέλματος παραγωγού οπτικοακουστικών έργων (κατάργηση εγγραφής σε επιμελητήριο κλπ. με κατάργηση άρθρου 10 ν. 2328/1995) και ο ορισμός της έννοιας του ανεξαρτήτου παραγωγού οπτικοακουστικών έργων, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2010/13/ΕΕ (ΕΕ L 95 της 15.4.2010) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

-η θέσπιση Ηλεκτρονικού Συστήματος Διάθεσης τηλεοπτικού διαφημιστικού χρόνου, με το ΕΣΡ ως ρυθμιστή και εποπτεύουσα αρχή και με στόχο τη ρύθμιση της διαφημιστικής αγοράς, πυλώνα της πολιτικής οικονομίας του οπτικοακουστικού τομέα, ώστε να διασφαλίζονται όροι δίκαιου ανταγωνισμού. (Ν4487).

-η μετάδοση σε υψηλή ευκρίνεια (high definition) χωρίς νέους αποκωδικοποιητές και έξτρα κόστος στον τηλεθεατή, η οποία θεσμοθετήθηκε ως όρος αδειοδότησης για τους παρόχους εθνικής εμβέλειας, ώστε αφενός να βελτιωθεί η ποιότητα της τηλεοπτικής θέασης, αλλά και αφετέρου για να γίνει εφικτή σταδιακά η εξαγωγή ελληνικού τηλεοπτικού περιεχομένου στο εξωτερικό (Ν4339).

-η ίδρυση και λειτουργία του Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ) ως Ανώνυμης Εταιρείας του Δημοσίου, για την υποστήριξη δημόσιων και ιδιωτικών πρωτοβουλιών παραγωγής περιεχομένου, έρευνας και δημιουργίας ψηφιακών αρχείων στους τομείς των οπτικοακουστικών μέσων και της ψηφιακής τεχνολογίας (Ν4339).

-η θέσπιση επενδυτικού κινήτρου (με τη μορφή επιχορήγησης, cash rebate) για την ενίσχυση της παραγωγής οπτικοακουστικών έργων στην Ελλάδα αλλά και των συμπαραγωγών. Στις επιλέξιμες παραγωγές συμπεριλήφθηκε ο τομέας των ψηφιακών παιχνιδιών και του animation, τομείς που μπορούν να αναπτυχθούν και να αποτελέσουν ένα εναλλακτικό πεδίο επενδύσεων παραγωγής και διανομής οπτικοακουστικού περιεχομένου. Η νομοθετική αναγνώρισή τους συνιστά αποφασιστική κίνηση θεσμικής ανταπόκρισης στην τεχνολογική καινοτομία (Ν. 4487/ 2017) δεδομένης της συνεχώς αναπτυσσόμενης βιομηχανίας του gaming και της κινηματογραφικής τέχνης της εμψύχωσης (animation).

-η σύσταση Μητρώου Επιχειρήσεων Ηλεκτρονικών Μέσων Ενημέρωσης ως βάση ρυθμιστικών παρεμβάσεων στο «άναρχο» πεδίο των ηλεκτρονικών ΜΜΕ, με στόχο τη διαμόρφωση όρων υγιούς ανταγωνισμού, την καταπολέμηση της λογοκλοπής και την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων κ.λπ. (Ν.4339/ 2015).

-η μετάβαση στην ψηφιακή ραδιοφωνική ευρυεκπομπή με την ψήφιση του νόμου «Αδειοδότηση ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών επίγειας ψηφιακής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης» (ν. 4512/2018 - ΦΕΚ Α’ 5), καθώς και την έκδοση Χάρτη Συχνοτήτων Επίγειας Ψηφιακής Ραδιοφωνικής Ευρυεκπομπής (Υ.Α. 169/2018 - ΦΕΚ Β’ 54), την εκχώρηση φάσματος επίγειας ψηφιακής ραδιοφωνικής ευρυεκπομπής στην Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. (Υ.Α. 170/2018 - ΦΕΚ Β’ 55), και τη δημοσίευση της Προκήρυξης της Ε.Ε.Τ.Τ. για τον Ψηφιακό Πάροχο.

-η τροποποίηση σειράς διατάξεων για τη συνδρομητική τηλεόραση, με βασικότερη την έκδοση Κ.Υ.Α. 144/2018 (ΦΕΚ Β’ 28), με την οποία καθορίζεται το εφάπαξ και ετήσιο τέλος που καταβάλει η κάτοχος άδειας παροχής συνδρομητικών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών υπηρεσιών μέσω δορυφόρου ή καλωδιακών δικτύων (δηλαδή Pay_tv) και ο πάροχος γραμμικών τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω ευρυζωνικών δικτύων (δηλαδή IPTV).

-η ρύθμιση των διατάξεων για την κρατική διαφήμιση με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας και την τήρηση της ποσόστωσης του 30% (τουλάχιστον) υπερ των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης, η οποία δεν είχε εφαρμοστεί ποτέ στο παρελθόν, με τη σύσταση του Συμβουλίου Εθνικής Επικοινωνιακής Πολιτικής και του Μητρώου Online Media (ν. 4339/2015), την έκδοση της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου 50 (ΠΥΣ 50/2015 - ΦΕΚ Α’ 179), με την επιβολή κυρώσεων σε όσους φορείς του δημοσίου δεν τηρούν την ποσόστωση, με σχετικές εγκυκλίους της ΓΓΕΕ και την υποχρέωση δημοσιοποίησης των διαφημιστικών δαπανών των Τραπεζών.

Η νέα κατάσταση

Ο κατάλογος των θεσμικών αλλαγών στο χώρο των μίντια είναι μακρύς και αφορά όλα τα μέσα επικοινωνίας και ολόκληρη την αξιακή αλυσίδα παραγωγής και διανομής του οπτικοακουστικού περιεχομένου. Η Ελλάδα ολοκλήρωσε εδώ και μήνες τη διαδικασία εκσυγχρονισμού του θεσμικού πλαισίου με το κλείσιμο των προαπαιτούμενων της τρίτης αξιολόγησης (εργαλειοθήκη ΟΟΣΑ), και συμμετείχε πολύ ενεργά και για πρώτη φορά πρωταγωνιστικά στις διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για τα Οπτικοαουστικά Μέσα και τα Πνευματικά Δικαιώματα.

Το προηγούμενο χρονικό διάστημα ελήφθησαν επίσης σημαντικές πρωτοβουλίες για την άσκησης μιας εθνικά συμφέρουσας ορθής τηλεπικοινωνιακής πολιτικής, όπως η κατοχύρωση και ο διεθνής συντονισμός συχνοτήτων που είχαν αποδοθεί στη χώρα μας από τη Συμφωνία της Γενεύης GE06 της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU). Είναι σχεδόν απίστευτη η αδράνεια των προηγούμενων κυβερνήσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 2006-2015 όπως και το γεγονός ότι η χώρα μας προχώρησε σε απονομή του Πρώτου Ψηφιακού Μερίσματος στην κινητή τηλεφωνία και στην Ψηφιακή Μετάβαση στην τηλεόραση δίχως να έχει κατοχυρώσει διεθνώς τις αναγκαίες συχνότητες.

Βασική ωστόσο αρχή στην μελέτη του οπτικοακουστικού τομέα είναι ότι οι θεσμικές παρεμβάσεις έπονται των τεχνολογικών καινοτομιών. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική βούληση που οδήγησε σε νομοθετικές πρωτοβουλίες όπως οι Νόμοι 4339/2015, 4487/2017 και 4512/2018 (Τμήμα ΣΤ’) και μια σειρά Υπουργικών Αποφάσεων κατάφεραν να βάλουν τη χώρα σε τροχιά συγχρονισμού με την νέα τεχνολογία και να φέρουν νέα πνοή στα λυμνάζοντα ύδατα της εγχώριας οπτικοακουστικής βιομηχανίας και του κλάδου των media, χαρακτηριστικά παραδείγματα των οποίων είναι τα εξής:

- Η Ελλάδα διαθέτει πλέον ένα διεθνώς ανταγωνιστικό σύστημα επιδότησης της παραγωγής κινηματογραφικών και τηλεοπτικών έργων (cash rebate 25%) της τάξεως των 75-εκατομμυρίων ευρώ.

- Το Εθνικό Κέντρο Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ) συστάθηκε και έχει ήδη ξεκινήσει ο έλεγχος των πρώτων αιτήσεων για χρηματοδότηση οπτικοακουστικών παραγωγών. Στον πρώτο μήνα λειτουργίας του ηλεκτρονικού συστήματος των αιτήσεων προβλέπονται δαπάνες γυρισμάτων άνω των επτά εκατομμυρίων ευρώ από ελληνικές και ξένες εταιρίες παραγωγής.

- Οι κινηματογραφικές/ τηλεοπτικές παραγωγές και τα βίντεοπαιχνίδια μπορούν πλέον να χρηματοδοτηθούν από το νέο πρόγραμμα δανειακής στήριξης του ΕΤΕΑΝ και των συστημικών τραπεζών με επιχορηγούμενο κατά 40% επιτόκιο και μια περίοδο χάριτος που αντιστοιχεί μέχρι και 24 μήνες. Η συγκεκριμένη γραμμή χρηματοδοτικής στήριξης είναι της τάξεως των 916 εκατομμυρίων ευρώ και οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να πάρουν δανειακή στήριξη στο τέλος του καλοκαιριού.

- Η ΕΡΤ πρώτη έφερε το ψηφιακό ραδιόφωνο και την υβριδική μορφή τηλεόρασης στην Ελλάδα. Η ΕΡΤ διαθέτει πλέον το πιο δυνατό ίσως Video On Demand (VoD) κανάλι της χώρας με περίπου δύο εκατομμύρια αιτήματα θέασης προγράμματος κατά παραγγελία ανά μήνα.

- Οι κανόνες αγοράς τηλεοπτικού χρόνου και η φορολογία των παρόχων περιεχομένου άλλαξαν πλήρως σε μια πιο λειτουργική κατεύθυνση. Για παράδειγμα τόσο η αμοιβή των media shops όσο και ο ειδικός φόρος τηλεόρασης επανακαθορίστηκαν στα λογικά συγκριτικά με τη διεθνή πρακτικά επίπεδα του 4% και του 5% αντίστοιχα. Η μείωση της φορολογίας προκύπτει μόνο για τους αδειοδοτημένους σταθμούς εθνικής εμβέλειας, που μεταξύ άλλων κατοχυρώνουν τις θέσεις 400 πλήρους απασχόλησης εργαζόμενων.

- Η ΕΡΤ αναβάθμισε το λογισμικό διάθεσης διαφημιστικού χρόνου της και στο προσεχές χρονικό διάστημα θα είναι το πρώτο τηλεοπτικό κανάλι που θα διαθέτει τον τηλεοπτικό του χρόνο μέσω ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, όπως κάνουν ήδη οι μεγαλύτερες εταιρείες και τηλεοράσεις του κόσμου. Αντίστοιχη δραστηριότητα αναπτύσουν και οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί σε συνεργασία με το Σύνδεσμο Διαφημιζομένων Ελλάδας (ΣΔΕ).

- Στην ελληνική τηλεοπτική αγορά, τα διαφημιστικά έσοδα της οποίας έχουν αυξηθεί και ανέρχονται πλέον στα 250 εκατομμύρια περίπου, δραστηριοποιείται πλέον πιο έντονα το Netfix, ενώ παρατηρείται νέο επενδυτικό ενδιαφέρον στο χώρο του IPTV με τη Wind και τη Vodafone να μπαίνουν δυναμικά και στο χώρο της τηλεόρασης προσφέροντας πιο πλούσια πακέτα προγράμματος στη λογική του VoD.

Είναι όμως αυτές οι αλλαγές ικανές να προκαλέσουν την επενδυτική άνοιξη της οπτικοακουστικής βιομηχανίας και την παραγωγή οπτικοακουστικού περιεχομένου που αξίζει να απολαμβάνουν οι πολίτες όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και όλου του πλανήτη; Είναι αυτές οι αλλαγές ικανές να μετατρέψουν την Ελλάδα σε έναν ελκυστικό τόπο εγκατάστασης επενδύσεων στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο; Στη συνέχεια θα αναφερθώ συνοπτικά σε ενέργειες και δράσεις που προγραμματίζονται ήδη για το αμέσως προσεχές χρονικό διάστημα ή χρήζουν δημόσιας συζήτησης, προκειμένου να σταθεροποιήσουμε την τροχιά της χώρας μας προς ένα καλύτερο μέλλον για τον κλάδο των οπτικοακουστικών και της ενημέρωσης.

Νέες πηγές χρηματοδότησης

Η εισαγωγή νομοθετικού πλαισίου εναρμόνισης της αναθεωρημένης Οδηγίας για τα Οπτικοακουστικά Μέσα τους επόμενους μήνες αναμένεται να αυξήσει τους πόρους που μπαίνουν στην εγχώρια αγορά κινηματογράφου και τηλεόρασης, δεδομένου ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες, όπως το Netflix, οφείλουν πλέον να χρηματοδοτούν τοπικές εθνικές παραγωγές στις χώρες όπου εκπέμπουν περιλαμβάνοντας 30% τουλάχιστον ευρωπαϊκά έργα στους καταλόγους τους.

Η πρόσφατη παροχή επενδυτικού κινήτρου για την παραγωγή οπτικοακουστικών έργων στην Ελλάδα (cash rebate 25%, ν. 4487/ 2017) έχει ήδη προσφέρει μια πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα αύξηση των πόρων για την ενίσχυση της εγχώριας οπτικοακουστικής βιομηχανίας με 75-εκατομμύρια να είναι ήδη δεσμευμένα σε ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Μόλις δύο μήνες μετά την παρουσίαση του παραπάνω επενδυτικού κινήτρου προστέθηκε ένα ακόμη εργαλείο χρηματοδότησης με την μορφή δανείου για οπτικοακουστικές παραγωγές. Το συγκεκριμένο δάνειο προβλέπει την παροχή επιδοτούμενου επιτοκίου στο 40% του δανείου με στόχο είτε την στήριξη επενδυτικών σχεδίων μέχρι € 1,5 εκατομμύρια και διάρκεια αποπληρωμής δανείου 5-10 έτη, είτε την κάλυψη παγίων αναγκών και κεφαλαίων κίνησης μέχρι € 500 χιλιάδες με διάρκεια από 1-5 έτη. Το πρόγραμμα ξεκινάει μετά το καλοκαίρι και ουσιαστικά συνιστά το πρώτο τραπεζικό προϊόν για την ενίσχυση της οπτικοακουστικής παραγωγής στην Ελλάδα συμπεριλαμβανομένων και των video games. Οι πόροι του προγράμματος αντιστοιχούν σε 916 εκατομμύρια ευρώ και είναι το προϊόν συνεργασίας της ΕΤΕΑΝ Α.Ε. (που επιχορηγεί την επιδότηση επιτοκίου κατά 40%) με τις Εμπορικές Τράπεζες.

Επίσης στο τρέχων call του Αναπτυξιακου νόμου έχουν ενταχθεί και ο κλάδος της παραγωγής βίντεο, τηλεοπτικών και κινηματογραφικών έργων και των ψηφιακών παιχνιδιών (video games) προβλέποντας μια πληθώρα επιλέψιμων δαπανών (μηχανήματα, εγκαταστάσεις, μισθοδοσία κτλ.).

Παρ’ όλα αυτά και εδώ δεν υπάρχει περιθώριο εφυσηχασμού. Απαιτείται η δημιουργία στο άμεσο χρονικό διάστημα ενός νέου παράλληλου χρηματοοικονομικού οικοσυστήματος για την οπτικοακουστική βιομηχανία. Είναι αναγκαίο να γίνει εφικτή η παροχή επιπλέον χρηματοδοτικών εργαλείων στους παραγωγούς και στους δημιουργούς για να αναπτυχθεί και να διεθνοποιηθεί η οπτικοακουστική βιομηχανία. Όπως έχει δείξει η διεθνής εμπειρία, η παροχή επιδότησης (soft money) δεν επαρκεί από μόνη της για να καλύψει τις πολλαπλές ανάγκες οικονομικής ρευστότητας και χρηματοδότησης μιας μεγάλης κινηματογραφικής ταινίας ή μιας τηλεοπτικής σειράς. Και αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν αφορά μόνο την περίπτωση της Ελλάδας που κάνει τώρα τα πρώτα της σοβαρά και ουσιαστικά βήματα ανάπτυξης του κλάδου, αλλά και τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης.

Για παράδειγμα, η χρηματοδότηση στις ΗΠΑ και την Ασία για τις start-ups είναι 20 και 30 δισεκατομμύρια, ενώ για την Ευρώπη είναι μόλις 3,5 δισεκατομμύρια. Η άντληση οικονομικών πόρων για τις μικρομεσαίες start-ups στην Ευρώπη είναι περίπου ισοδύναμη με τους πόρους που αφορούν στην περίπτωση της Νέας Υόρκης. Και φυσικά οι περισσότερες ευκαιρίες χρηματοδότησης περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό στα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα του Λονδίνου, του Βερολίνου και του Παρισιού.

Στην Ευρώπη επίσης δεν υπάρχει η παράδοση της χορηγίας (donations), ενώ τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capitals) και τα κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου στην Ευρώπη έχουν συχνά μηδενικές αποδόσεις επειδή αφορούν μεμονωμένες χώρες και μικρές αγορές. Αντίθετα στην Αμερική ή στην Ασία η έννοια της εδαφικότητας συνήθως δεν υπάρχει.

Και αυτά όλα ισχύουν κατά κύριο λόγο για τον τομέα των κινηματογραφικών παραγωγών (fiction και non-fiction), γιατί καθώς κινούμαστε από τις συμβατικές κινηματογραφικές παραγωγές στις μη γραμμικές αφηγήσεις όπως μπορεί να θεωρηθούν τα video games ή ακόμα στις διαμεσικές παραγωγές (transmedia productions), το τοπίο γίνεται ακόμα πιο θολό. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των video games και κυρίως των λεγόμενων ανεξάρτητων δημιουργών (indie game developers). Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, η indie σκηνή εμφανίζεται κυρίαρχη αφού η ανάπτυξη ΑΑΑ τίτλων, μεγάλης δηλαδή κλίμακας έργα με συχνά υπερμεγέθη budget, δεν είναι εφικτή. Στην περίπτωση λοιπόν των indie developers το βασικό αίτημα είναι τα κεφάλαια εκκίνησης , ανάγκες οι οποίες τελικά καταλήγουν να καλύπτονται είτε από ιδίους πόρους (στην αγορά χρησιμοποιείται ο όρος Bootstrapping), είτε από δάνεια που οι δημιουργοί εξασφαλίζουν από το φιλικό και συγγενικό περιβάλλον. Ιδιωτικές και δημόσιες χρηματοδοτήσεις, τραπεζικά δάνεια ή ακομα και crowdsourcing τακτικές αποτελούν κοινές στρατηγικές εξεύρεσης οικονομικών πόρων των απανταχού ανεξάρτητων video game developers.

Κατ’ επέκταση, όταν σχεδιάζουμε λύσεις και χρηματοδοτικά εργαλεία για την ενίσχυση της οπτικοακουστικής παραγωγής, οφείλουμε να κινούμαστε ταυτόχρονα σε ένα μικρο και μακρο-επίπεδο ανάλυσης- αναγνωρίζοντας τις ανάγκες τους εκάστοτε κλάδου σε τοπικό επίπεδο και συγκρίνοντας με τις εξελίξεις και τα τεκταινόμενα τις διεθνούς σκηνής.

Στο πλαίσιο αυτό, η άντληση κεφαλαίων μέσω ιδιωτικών επενδυτικών συμμετοχών για επιχειρήσεις παραγωγής οπτικοακουστικών έργων είναι κρίσιμης σημασίας για την ανάπτυξη του κλάδου στην Ελλάδα, η οποία με στοχευμένες κινήσεις θα μπορούσε να μετατραπεί από ουραγός και latecomer σε ένα νέο δυναμικό και ανταγωνιστικό παίκτη στην Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζουμε επί του παρόντος σε συνεργασία με το ΕΤΕΑΝ και το Υπουργείο Ανάπτυξης και άλλες πρωτοβουλίες για περαιτέρω στήριξη του ελληνικού κινηματογράφου και των ανεξάρτητων δημιουργών, όπως η δημιουργία ειδικών funds και οι γραμμές εγγυοδοσίας, όπου οι παραγωγοί θα μπορούν να αντλούν χρηματοδότηση και στήριξη για κάλυψη δανείων.

Εθνικό Αποθετήριο Οπτικοακουστικών Έργων και δίκτυο Film Offices

Σε αυτήν την προοπτική, είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ειδικές δομές υποστήριξης, όπως το Εθνικό Αποθετήριο Οπτικοακουστικών Αρχείων και η λειτουργία ειδικών γραφείων διεκπεραίωσης οπτικοακουστικής παραγωγής σε μεγάλους Δήμους και Περιφέρειες (Film Offices).

Αναφορικά με το Εθνικό Αποθετήριο Οπτικοακουστικών Αρχείων θα πρέπει να τονιστεί ότι αντίστοιχες δομές στην ΕΕ (πχ. το BFI και το INA στη Βρετανία και Γαλλία αντίστοιχα), αλλά και διεθνώς διαθέτουν μεγάλη ιστορία και αποτελεσματικότητα στην επίτευξη των στόχων τους. Το ΕΚΟΜΕ μπορεί να παίξει αυτόν το ρόλο γιατί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, είναι ο «δημόσιος φορέας αρμόδιος για τη δημιουργία του εθνικού αποθετηρίου οπτικοακουστικών αρχείων, και σύμφωνα με την ισχύουσα διεθνή πρακτική, το ΕΚΟΜΕ έχει στόχο «την καταγραφή, αποθήκευση, οργάνωση, ψηφιοποίηση, διαχείριση και εκμετάλλευση εθνικού αρχείου οπτικοακουστικών μέσων και μέσων ψηφιακής προβολής, ψηφιακής επικοινωνίας και πληροφόρησης», με στόχο τη διάσωση, διαφύλαξη και δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και συγκεντρωτικού αρχείου της εθνικής πολιτιστικής οπτικοακουστικής μνήμης».

Η δημιουργία του Εθνικού Αποθετηρίου Οπτικοακουστικών Αρχείων και οι δραστηριότητες που θα αναπτύξει αναμένεται να έχουν πολλαπλασιαστική επίδραση στην ενίσχυση του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού που δραστηριοποιείται στον τομέα της πολιτιστικής - δημιουργικής βιομηχανίας (π.χ. τεχνικό προσωπικό διάφορων ειδικοτήτων, τεκμηριωτές πολιτιστικού αποθέματος, ιστορικοί και κοινωνικοί επιστήμονες), αλλά και στη διάδοση και τη διάσωση του ελληνικού πολιτισμού, ενώ μπορεί να έχει καταλυτικό ρόλο στην ενίσχυση της οπτικοακουστικής εκπαίδευσης και του μιντιακού εγγραμματισμού, που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη στην Ελλάδα.

Επίσης, σε όλες τις χώρες που δραστηριοποιούται σοβαρά στην προσέλκυση επενδύσεων στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση λειτουργούν τοπικά Γραφεία διεκπεραίωσης οπτικοακουστικής παραγωγής (Film Office). Κάτι αντίστοιχο πρέπει να προκύψει και στην Ελλάδα αν πραγματικά θέλουμε να ανοίξει η οπτικοακουστική βιομηχανία και να εκμεταλευτούμε τα πλεονεκτήματα που διαθέτει η Ελλάδα ως φιλικός τόπος εγκατάστασης οπτικοακουστικών επενδύσεων.

Η λειτουργία κάθε film office έχει συνήθως - αν όχι πάντοτε - την μορφή του one-stop-shop για την διαχείριση όλων των αιτημάτων κινηματογράφησης και φωτογράφησης και των εν γένει οπτικοακουστικών έργων, ενώ είναι επιφορτισμένο με την ευθύνη διασύνδεσης όλων των επαγγελματιών και φορέων που σχετίζονται με την εκτέλεση μιας παραγωγής (π.χ. εστίαση, καταλύματα, τεχνικές υπηρεσίες, ασφαλιστικές υπηρεσίες, βεστιάρια, λογιστικές υπηρεσίες, φωτογράφοι, ηχολήπτες, οπερατέρ, ηθοποιοί, καταστήματα επίπλων, εταιρείες επικοινωνίας, τυπογραφεία, ακαδημαϊκά ιδρύματα κ.ο.κ.) με στόχο την εξυπηρέτηση των αναγκών εκτέλεσης μιας οπτικοακουστικής παραγωγής σε τοπικό επίπεδο.

Η δημιουργία των film offices θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, αλλά και νέες ανάγκες εκπαίδευσης, γιατι απλά κάθε δομή οφείλει να στελεχώνεται από εξειδικευμένους επαγγελματίες που γνωρίζουν τις ιδιαίτερες απαιτήσεις στην παραγωγή ενός έργου, αλλά και κυρίως στελεχιακό δυναμικό που μπορεί να δημιουργήσει αποτελεσματικά δίκτυα συνεργασίας με επαγγελματίες του χώρου, λειτουργώντας σε περιβάλλον υψηλών απαιτήσεων, επιλύοντας προβλήματα με αμεσότητα και ψυχραιμία, σύνεση και επαγγελματισμό και δημιουργώντας σχέσεις εμπιστοσύνης με μια ευρεία γκάμα ανθρώπων.

Η δημιουργία ενός Δικτύου των Γραφείων διεκπεραίωσης οπτικοακουστικής παραγωγής σε όλες τις Περιφέρειες και τους μεγάλους Δήμους της χώρας περιλαμβάνει την ανάπτυξη των υποδομών, την στελέχωση των γραφείων, την εκπαίδευση του στελεχιακού δυναμικού, την προώθηση των συνεργασιών επαγγελματιών οπτικοακουστικής παραγωγής με επαγγελματίες σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Ασφαλώς και η εμπειρία των στελεχών του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, του ΕΚΟΜΕ, αλλά και του διδακτικού προσωπικού επιμέρους ακαδημαϊκών τμημάτων θα πρέπει να αξιοποιηθεί πλήρως για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού. Χρειάζονται όμως και οι συμβουλές και η εμπειρία των ανθρώπων της πράξης, δηλαδή των ίδιων των δημιουργών και εκτελεστών παραγωγής από την εγχώρια και διεθνή αγορά. Απαιτείται επίσης η διασύνδεση των υπάρχουσων δομών τυπικής και συνεχιζόμενης δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης, αλλά και η δημιουργία νέων εξειδικευμένων δομών, ιδιαίτερα στην περίπτωση του animation και των ψηφιακών παιχνιδιών και της τηλεόρασης, όπου οι ευκαιρίες εκπαίδευσης είναι πιο περιορισμένες σε σχέση με τον κινηματογράφο.

Απλοποίηση διαδικασιών κινηματογράφησης και εργασίας

Ο περιορισμός της γραφειοκρατίας και των ανασταλτικών παραγόντων που καθυστερούν ή αποτρέπουν την εκτέλεση παραγωγής ενός έργου είναι απαραίτητος όρος και συνθήκη επιτυχίας στην προσέλκυση επενδύσεων. Για το θέμα αυτό αναμένεται η σχετική πρωτοβουλία από το Υπουργείο Πολιτισμού, ενώ αντίστοιχες πρωτοβουλίες αναμένουμε από το Υπουργείο Εργασίας (πχ. Εργόσημο για τους βοηθητικούς ηθοποιούς/ κομπάρσους). Όλα τα παραπάνω συνιστούν απαραίτητα βήματα που πρέπει να γίνουν. Υπάρχουν όμως άλλα περιθώρια να ενισχύσουμε στο άμεσο μέλλον την οπτικοακουστική βιομηχανία;

Αξιοποιώντας το διεθνές πλαίσιο

Η Ελλάδα διαδραμάτισε μέσω της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας κρίσιμο ρόλο κατά τις διαπραγματεύσεις της Οδηγίας για τα Οπτικοακουστικά Μέσα, με κύριο εκπεφρασμένο στόχο της από την αρχή να προφυλάξει την ευρωπαϊκή και εθνική πολιτιστική δημιουργία. Βούλησή της ήταν να διασφαλισθεί ο αναγκαίος ζωτικός χώρος για τεχνολογική καινοτομία, διαφυλάσσοντας ωστόσο και ενισχύοντας τις θέσεις εργασίας στην πραγματική οικονομία και στην καλλιτεχνική δημιουργία.

Στο πλαίσιο αυτό η χώρα μας δραστηριοποιείται ενεργά και στις διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση της οδηγίας για τα πνευματικά δικαιώματα, όπου καταβάλλεται προσπάθεια ώστε οι κάτοχοι πνευματικών δικαιωμάτων, οι καλλιτέχνες, οι μουσικοί, οι σκηνοθέτες, οι συγγραφείς και όλοι οι άλλοι δημιουργοί να λαμβάνουν το μέρισμα που τους αναλογεί από το έργο που παράγουν, ιδιαίτερα έναντι των μεγάλων πλατφορμών του διαδικτύου, που κερδοσκοπούν εις βάρος τους.

Η Ελλάδα έχοντας ξεχωριστή θέση στην Ευρώπη τόσο με την τυπική διάσταση της ιδιότητας της ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και με την ευρύτερη πολιτική και συμβολική της σημασία ως ο τόπος που γέννησε τη δημοκρατία και ως το κράτος-μέλος της ΕΕ, που ενώ έχει υποστεί το πιο βίαιο πρόγραμμα δημοσιομικής προσαρμογής τα τελευταία χρόνια μετατρέπεται σταδιακά σε έναν ισχυρό περιφερειακό πόλο σταθερότητας και ανάπτυξης, οφείλει να συμμετέχει ενεργά και αποφασιστικά στο πιο σημαντικό ίσως διακύβευμα που θα καθορίσει και το μέλλον της Ευρώπης.

Το νέο γεωπολιτικό ψηφιακό χάσμα

Αν ο νέος καπιταλισμός στηρίζεται εκ φύσεως στα ψηφιακά δίκτυα τότε ο έλεγχος τους από γεωπολιτικής άποψης συνιστά το πιο σημαντικό πολιτικό διακύβευμα της εποχής. Η τεχνολογική σύζευξη τομέων που ήταν άλλοτε ξεχωριστοί (πληροφορική, τηλεπικοινωνίες, ψηφιακές συσκευές, online υπηρεσίες) επιταχύνει την ανάδυση της οικονομίας της πληροφορίας και γιγαντώνει τα χρηματιστηριακά κέρδη των αμερικανικών και ασιατικών μεγαθηρίων του διαδικτύου που εγκλωβίζουν τους χρήστες του διαδικτύου από τα υψηλής ποιότητας και τεχνολογίας προϊόντα και τις προηγμένες υπηρεσίες πληροφοριακής διαμεσολάβησης (infomediation) που διαθέτουν.

Συνεπώς, οι επενδύσεις στην αλυσίδα των ψηφιακών δομών και κατ’ επέκταση οι επενδύσεις στην παραγωγή πρωτότυπου οπτικοακουστικού περιεχομένου είναι μονόδρομος για την Ευρώπη. Η ιδιαιτερα ισχυρή το τελευταίο χρονικό διάστημα πολιτική βούληση της Γαλλίας στο πεδίο του πολιτισμού και των οπτικοακουστικών συνιστά μια ιδιαίτερα ελπιδοφόρα εξέλιξη. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα για αυτό από την πρόσφατη απόφαση για την αναθεώρηση της Οδηγίας για τα Οπτικοακουστικά Μέσα Επικοινωνίας.

Τί φέρνει η νέα Οδηγία

Την Παρασκευή 27 Απριλίου 2018 το Ευρωκοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, πέτυχαν συμβιβαστική συμφωνία για την Οδηγία για τα Οπτικοακουστικά Μέσα Επικοινωνίας, που αναμένεται να μεταβάλλει προς το θετικότερο το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο στην Ευρώπη, ενισχύοντας την ευρωπαϊκή οπτικοακουστική παραγωγή στην τηλεόραση και στις ψηφιακές πλατφόρμες, όπως το Netflix και το Amazon Prime και προστατεύοντας τους θεατές και ιδιαίτερα τους ανηλίκους από επιβλαβείς διαφημίσεις και περιεχόμενο που παρακινεί στη βία, στο μίσος και στην τρομοκρατία.

Μια σημαντική πρώτη μεταβολή της νέας Οδηγίας είναι ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν θα εφαρμόζονται μόνο στις παραδοσιακές οπτικοακουστικές υπηρεσίες, αλλά και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook.

Η Οδηγία για την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων προβλέπει επίσης ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες, όπως το Netflix, θα πρέπει να περιλαμβάνουν 30% τουλάχιστον ευρωπαϊκά έργα στους καταλόγους τους και να τα αναδεικνύουν κατάλληλα (εδώ τίθεται και το ζήτημα της γλώσσας), ενώ θα πρέπει και να χρηματοδοτούν τοπικές εθνικές παραγωγές στις χώρες όπου εκπέμπουν.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι ψηφιακοί γίγαντες που είχαν υποβαθμίσει την Ευρώπη για πολλά χρόνια σε απλό καταναλωτή οπτικοακουστικού περιεχομένου υποχρεούνται τώρα όχι μόνο να προβάλλουν ευρωπαϊκό περιεχόμενο, αλλά και να χρηματοδοτούν την παραγωγή νέων ευρωπαϊκών έργων, είτε άμεσα με δικές τους παραγωγές, είτε συμβάλλοντας σε ειδικό ταμείο οπτικοακουστικών μέσων. Οι συνέπειες είναι τεράστιες και για τη χώρα μας, καθώς η οικονομική κρίση οδήγησε στη δραστική μείωση της οπτικοακουστικής παραγωγής, στην απώλεια θέσεων εργασίας και στην μετανάστευση δεκάδων ανθρώπων από το χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας στο εξωτερικό.

Το Netflix, το οποίο είχε ήδη διαγνώσει από καιρό τη βούληση των Ευρωπαίων, αλλά και τη σημασία παροχής τοπικού περιεχομένου (local content) στους συνδρομητές της προτίθεται φέτος να δαπανήσει ένα δισεκατομμύριο δολάρια, από τα 8(!) που θα δαπανήσει συνολικά, σε ευρωπαϊκές παραγωγές, ποσό διπλάσιο σε σχέση με το 2017.

Η κίνηση αυτή αναμένεται να εντείνει τον ανταγωνισμό τόσο με την Amazon Prime και τις άλλες ψηφιακές πλατφόρμες, αλλά και με τα ευρωπαϊκά τηλεοπτικά δίκτυα, που θα επιχειρήσουν να κρατήσουν το τηλεοπτικό τους κοινό. Η τηλεόραση συνεχίζει να κρατάει προς το παρόν τα σκήπτρα, αλλά πολλοί θεατές και ιδιαίτερα οι νέοι στρέφονται ολοένα περισσότερο στις ψηφιακές και επιγραμμικές πλατφόρμες.

Η ευρωπαϊκή Οδηγία προβλέπει, ωστόσο, και την στήριξη της τηλεόρασης απέναντι στις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής, απελευθερώνοντας ακόμη περισσότερο την προβολή διαφημίσεων. Το υποχρεωτικό ωριαίο ποσοστό 20%, δηλαδή τα 12 λεπτά ανά ώρα, τηλεοπτικών διαφημίσεων καταργείται και αντικαθίσταται από δύο ζώνες, από τις 6 πμ έως τις 6 μμ και από τις 6 μμ έως τα μεσάνυχτα, όπου οι τηλεοπτικοί σταθμοί θα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν το ποσοστό 20% κατά το δοκούν, εντός των συγκεκριμένων περιόδων.

Κοιτάζοντας προς το μέλλον: Μήπως ήρθε η ώρα για ένα «Ευρωπαϊκό Netflix»;

Η Κομισιόν ανακοίνωσε αυτήν την εβδομάδα την αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού για τις λεγόμενες δημιουργικές/ πολιτιστικές βιομηχανίες και τα Media κατά 400 εκατομμύρια ευρώ περίπου προσεγγίζοντας τα 2 δις εκατομμυρια ευρώ για την περίοδο 2021-2027. Πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα και μια σαφή αναγνώριση της σημασίας της οπτικοκουστικής βιομηχανίας για το μέλλον της Ευρώπης. Παρόλα αυτά έχουν ακουστεί και πιο τολμηρές προτάσεις για το ρόλο της Ευρώπης στο παγκόσμιο καταμερισμό της οπτικοακουστικής παραγωγής.

Για παράδειγμα στο προεκλογικό πρόγραμμα του προέδρου της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, ανάμεσα στα σχέδιά του για τον Πολιτισμό και την Ψυχαγωγία αναφέρονταν και η «δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν την ανάδειξη ενός Ευρωπαϊκού Netflix». Η ιδέα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διότι ένας ευρωπαϊκός video on demand πάροχος μπορεί να προστατεύσει και να ενισχύσει με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο την ευρωπαϊκή παραγωγή ποιοτικών οπτικοακουστικών έργων, προσφέροντας μια σημαντική εναλλακτική στις ήδη υπάρχουσες επιλογές που έρχονται από την άλλη μεριά του Ατλαντικού.

Είναι όμως εξαιρετικά απίθανό η πρωτοβουλία αυτή να προέλθει από τον ιδιωτικό τομέα της ευρωπαϊκής οπτικοακουστικής παραγωγής. Και αυτό γιατί αφενός τα στούντιο και οι διανομείς στην Ευρώπη δεν χαρακτηρίζονται από την υπερ-συγκέντρωση που παρατηρεί κανείς στις ΗΠΑ (δεν υφίστανται, δηλαδή, στην Ευρώπη οι θηριώδεις κοινοπραξίες που κατέχουν τα δικαιώματα εκατομμυρίων έργων κάθε μορφής παρά τις φολόδοξες προσπάθειες τύπου EuroVoD). Αφετέρου, με δεδομένο ότι η οικονομική βιωσιμότητα ενός τέτοιου εγχειρήματος θα απαιτούσε την εξασφάλιση μιας εξαιρετικά πλατιάς συνδρομητικής βάσης, είναι απίθανο η τελευταία να επιτευχθεί με την παροχή αποκλειστικά ευρωπαϊκών έργων. Υπάρχει, δηλαδή, ο κίνδυνος, στην προσπάθεια να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα, να υποβαθμιστεί το παρεχόμενο προϊόν και να πληγεί, αντί να ενισχυθεί, η χειμαζόμενη ευρωπαϊκή οπτικοακουστική παραγωγή. 

Γι' αυτούς τους λόγους, η συγκρότηση του Ευρωπαϊκού Netflix μπορεί να γίνει μόνο αξιοποιώντας το ισχυρότερο χαρτί που διαθέτει η Ευρώπη στα οπτικοακουστικά: τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς. Η συγκρότηση ενός πανευρωπαϊκού παρόχου stream, on demand και υβριδικών υπηρεσιών, μέλη του οποίου θα είναι δημόσιες ραδιοτηλεοράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί μια βιώσιμη και ρεαλιστική λύση. Και σε αυτήν την περίπτωση η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει ισχυρό σύμμαχο και αρωγό της προσπάθειας εξαιτίας της ξεχωριστής θέσης και του ιδιαίτερου συμβολισμού που έχει στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κουλτούρας και ιστορίας.

Οι public broadcasters της Ευρωπαϊκής ηπείρου διαθέτουν ένα πρακτικά ανεξάντλητο, υψηλής αισθητικής και ποιότητας αρχείο παραγωγών, ταινιών, σειρών και ντοκιμαντέρ, το οποίο μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την άμεση συγκρότηση ενός ελκυστικού πακέτου επιλογών εκ μέρους του παρόχου. Διαθέτουν επίσης την οικονομική επιφάνεια για να προχωρήσουν σε υψηλού επιπέδου διεθνείς παραγωγές όλων των τύπων και μορφών περιεχομένου. Οι δημόσιες τηλεοράσεις, τέλος, είναι δεσμευμένες στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και την προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγής, στόχοι που θα εξυπηρετούνται ακόμη περισσότερο και με τον βέλτιστο τρόπο μέσω ενός ευρωπαϊκου παρόχου.

Το ευρωπαϊκό Netflix θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αρχή μιας νέας εποχής στον τομέα της διακυβέρνησης στην Ευρώπη. Οι Ευρωπαίοι θα πάψουν απλώς να μιλούν και να συνεργάζονται για θέματα ρύθμισης και νομοθεσίας σε μια λογική άμυνας στη σαρωτική επέλαση των ψηφιακών μεγαθηρίων. Αντίθετα θα καθορίζουν μακροπρόθεσμη στρατηγική ηγεμονίας στο πεδίο της ψηφιακής οικονομίας, του πολιτισμού και της ψυχαγωγίας.

Το ευρωπαϊκό Netflix πέρα από μια δυναμική κίνηση αποτελεί και μια ρεαλιστική κίνηση μιας στρατηγικής επιβίωσης της Ευρώπης που έπρεπε να είχε ληφθεί χθες αν όχι πολύ νωρίτερα. Το πρόβλημα δεν είναι τα 120 εκατομμύρια συνδρομητών παγκοσμίως που διαθέτει η Netflix, ούτε η επένδυση των οκτώ δισεκατομμυρίων σε περιεχόμενο που προγραμματίζει με 700, δηλαδή δύο κάθε ημέρα, φρέσκα και original τηλεοπτικά σόου, που περιλαμβάνουν και 80 νέες κινηματογραφικές ταινίες. Άλλωστε η επένδυση σε υψηλής ποιότητας περιεχόμενο έχει μόνο ευεργετικές συνέπειες τόσο για τους πολίτες όσο και για τις εθνικές οικονομίες της Ευρώπης.

Το πρόβλημα είναι ότι περισσότερο του 50% του ψηφιακού χρόνου των Ευρωπαίων δαπανάται πλέον με τη χρήση εξοπλισμού, την αξιοποίηση εφαρμογών και την κατανάλωση περιεχομένου που παράγουν, συντηρούν και διανέμουν τα μεγαθηρία των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών. Από τις είκοσι όμως μεγαλύτερες εταιρίες πληροφορικής στον κόσμο, οι έντεκα είναι Αμερικάνικες και οι εννιά από την Ασία. Η Ευρώπη είναι ο μεγάλος χαμένος στην κούρσα της τεχνολογικής καινοτομίας και οφείλει να κινηθεί γρήγορα για να μειώσει το χάσμα ψηφιοποίησης της οικονομίας που τη διακρίνει σε σχέση με την Βόρεια Αμερική και την Ασία.

Για τις εφημερίδες θα κάνουμε κάτι;

Τα παραπάνω αφορούν το κομμάτι της οπτικοακουστικής παραγωγής και μετάδοσης κυρίως για λόγους ψυχαγωγίας. Η ενημέρωση, ωστόσο, αποτελεί τον δεύτερο σημαντικό πυλώνα της οπτικοακουστικής βιομηχανίας και των Media. Και σε αυτόν τον τομέα η ανάγκη ρυθμιστικής παρέμβασης είναι μεγάλη. Και αυτό γιατί η δημοσιογραφία, ολόκληρος ο χώρος των μέσων μαζικής ενημέρωσης βρίσκεται πλέον ολοκληρωτικά στην ψηφιακή εποχή, καθώς ακόμα και όσα ΜΜΕ συνεχίζουν να λειτουργούν σε συμβατικά πλαίσια, όπως οι έντυπες εκδόσεις των εφημερίδων, έχουν παρ’ όλα αυτά ψηφιοποιήσει ήδη σε μεγάλο βαθμό τις διαδικασίες παραγωγής της είδησης.

Όπως ήταν αναμενόμενο το συνολικό τοπίο των μίντια έχει αλλάξει δραματικά: Στο συγκλίνον ψηφιακό τοπίο, η επέκταση των υπηρεσιών cloud και των τεχνολογιών OTT (over the top, streaming) κατευθύνουν τη ροή και του ενημερωτικού περιεχομένου σε νέα μοτίβα. Καθώς τα σταθερά και κινητά δίκτυα αναπτύσσονται και επεκτείνονται, περισσότεροι άνθρωποι διαθέτουν πρόσβαση σε περιεχόμενο στο διαδίκτυο. Είναι ενδεικτικό ότι μέχρι το 2019, θα υπάρχουν περίπου 3,9 δισεκατομμύρια χρήστες δηλαδή to 51% του προβλεπόμενου πληθυσμού των 7,6 δισεκατομμυρίων. Είναι χαρακτηριστικό είναι ότι το βίντεο μέσω IP θα αντιπροσωπεύει το 80% όλης της διακίνησης δεδομένων μέσω IP μέχρι το 2019, ενώ αναμένονται μέχρι το 2019 24 δισεκατομμύρια δικτυωμένες συσκευές / συνδέσεις, όταν το αντίστοιχο μέγεθος το 2014 έφθανε μόλις τα 14 δισεκατομμύρια.

Σύμφωνα με την τελευταία πρόβλεψη του Cisco Visual Networking Index (VNI) για την κυκλοφορία δεδομένων σε όλον τον κόσμο μέσω Mobile Internet για την περίοδο 2015-2020 ο αριθμός των συσκευών και των συνδέσεων θα αυξηθεί παγκοσμίως από 2,2 per capita σε 3,4, ενώ η συνολική διακίνηση δεδομένων IP θα αντιστοιχεί σε 16% τoυ συνολικού IP traffic (αυτή τη στιγμή καταλαμβάνει το 5%.). Συνολικά, μέχρι το 2019, το βίντεο θα αποτελεί το 80% της παγκόσμιας διακίνησης δεδομένων μέσω IP, ενώ πάνω από τα δύο τρίτα της παγκόσμιας διακίνησης δεδομένων μέσω IP θα προέρχεται από κινητές συνδέσεις.

Συνεπώς, βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή της ψηφιακής κουλτούρας, καθώς η ταχεία άνοδος της χρήσης των διασυνδεδεμένων, φορητών συσκευών σε συνδυασμό με την επέκταση των ψηφιακών δυνατοτήτων και επιλογών διανομής και πρόσβασης στο υλικό αυξάνουν τις απαιτήσεις των καταναλωτών.

Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο κομμάτι των οπτικοακουστικών και των media συνειδητοποιούν την επείγουσα ανάγκη της προσαρμογής των προϊόντων και των υπηρεσιών προγράμματός τους σε πολλαπλές πλατφόρμες, εφόσον επιθυμούν να παραμείνουν ανταγωνιστικές.

Εξίσου όμως εντυπωσιακό και αληθινό είναι το γεγονός ότι ταυτόχρονα με τη δυνατότητα πρόσβασης των πολιτών σε απεριόριστες πηγές πληροφοριών, παρατηρείται και έλλειψη πραγματικής ενημέρωσης, με το φαινόμενο των fake news να επεκτείνεται ολοένα και περισσότερο. Η μετάβαση της διαδικασίας παραγωγής και μετάδοσης ειδήσεων στην ψηφιακή εποχή πραγματοποιήθηκε με την ταχύτητα που επέβαλαν οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, άτακτα ωστόσο, και συχνά με τρόπο χαοτικό που σε κάποιες περιπτώσεις έφτασε να υπονομεύει βασικές αρχές της δημοσιογραφίας, αρχές απαραίτητες προκειμένου να λειτουργήσει ο λεγόμενος τέταρτος πυλώνας της δημοκρατίας.

Ο Τύπος καταρρέει. Γιατί πρέπει να τον σώσουμε

Ο Τύπος καταρρέει και για άλλους πεθαίνει. Όσο πιο γρήγορα αποδεχθούμε αυτήν την πραγματικότητα τόσο περισσότερες ελπίδες έχουμε για να την αντιστρέψουμε. Σε διεθνές επίπεδο ο κλάδος των έντυπων ΜΜΕ έχει ηττηθεί κατά κράτος από τα ψηφιακά μέσα, επιστρέφοντας σε ορισμένες περιπτώσεις σε κύκλους εργασιών που θυμίζουν τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Η διαπίστωση αυτή είναι κοινός τόπος σε κάθε είδους αναλύσεις για το οικοσύστημα των μέσων ενημέρωσης.

Από τις αναλύσεις αυτές, όμως, λείπει ένας κρίσιμος απολογισμός: Τι ακριβώς διακυβεύεται με τον «θάνατο του Τύπου»; Πέρα από γενικόλογους θρήνους περί απώλειας της ελευθεροτυπίας, οφείλουμε να μετρήσουμε το βάρος της απώλειας του Τύπου με σύγχρονους όρους όχι απαραίτητα οικονομικούς. Να δούμε δηλαδή πόσο επιβαρύνει η απώλεια αυτή το αύριο συνολικά - κι ίσως τότε αποφασίσουμε ότι η έντυπη δημοσιογραφία δεν πρέπει να αφεθεί να σβήσει σαν ιστορικό γεγονός που ολοκληρώθηκε. Είναι αλήθεια πως σήμερα μια πολιτική στήριξης όσων -«μελλοθάνατων»-- έντυπων ΜΜΕ έχουν απομείνει ακούγεται, στην καλύτερη περίπτωση, σαν ρετρό, ανορθολογική επιλογή. Είναι όμως έτσι;

Όχι. Γιατί η έντυπη ενημέρωση μπορεί να αποτελέσει ισχυρό όπλο στη μάχη που οφείλουμε να δώσουμε ενάντια στην ολοένα πιο απειλητική για τη δημοκρατία μας post-truth πραγματικότητα. Στη δημόσια συζήτηση κυριαρχεί το θέμα των ψευδών ειδήσεων (fake news) αγνοώντας την μεγάλη εικόνα που δεν είναι οι ψευδείς ειδήσεις, αλλά η μετα-αλήθεια. Η μετα-αλήθεια, μια από τις πιο πρόσφατες εννοιολογικές προσθήκες στο λεξικό της Οξφόρδης, έχει ήδη αναγνωριστεί ως «η συνθήκη κατά την οποία τα αντικειμενικά δεδομένα επιδρούν λιγότερο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης απ’ ό,τι η ενεργοποίηση των συναισθημάτων και των προσωπικών πεποιθήσεων».

Πρόκειται για μια συνθήκη άκρως υπονομευτική. Στην κοινωνία της μετα-αλήθειας, η οπαδική άποψη θριαμβεύει επί του λογικού επιχειρήματος, τα αυθαίρετα δεδομένα επί των εμπειρικών, το συναίσθημα έναντι της λογικής και οι ψευδοειδήσεις (fake news) επί της τεκμηριωμένης ερευνητικής δημοσιογραφίας. Μελέτη του Stanford University (2016) αναφέρει ότι ανησυχητικά μεγάλος αριθμός μαθητών και σπουδαστών αδυνατούν πλέον να διακρίνουν διαφημίσεις από άρθρα και αληθινές από πλαστές ειδήσεις.

Επομένως αν επιθυμία και στόχος μας είναι μια ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία, είναι επείγον να χρησιμοποιούν οι πολίτες περισσότερα εργαλεία κριτικής προσέγγισης της πληροφορίας. Και η έντυπη δημοσιογραφία μπορεί να σταθεί αρωγός σε αυτό γιατι μπορεί να ενισχύσει την κριτική σκέψη των πολιτών με το εμπεριστατωμένο ρεπορτάζ και τον τεκμηριωμένο σχολιασμό.

Ο στεγνός εμπειρισμός των δεδομένων και η επιλεκτική χρησιμοποίηση τους, καθώς και οι ψευδοειδήσεις, βασικά υλικά στην οικοδόμηση του κόσμου της μετα-αλήθειας (αν και ήδη γνωστά από παλιά ως βασικά υλικά της προπαγάνδας, έννοιας που γεννήθηκε μαζί με τα ΜΜΕ), βασίζονται στην αποπλαισίωση και την αποσπασματικότητα, διαδικασίες που συνήθως βρίσκουν σαφώς μεγαλύτερες αντιστάσεις στα έντυπα ΜΜΕ.

Για τη γενιά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, το ανησυχητικό δεν είναι ότι χάνεται η ικανότητα να αποφασίσουμε, αλλά ότι αποφασίζουμε πλέον υπερβολικά γρήγορα και εύκολα. Γι’ αυτό επείγει να καλλιεργηθεί η επιμονή στην αναζήτηση της γνώσης και της αλήθειας, η αργή διαδικασία συλλογής και αποδοχής αποδείξεων και δεδομένων που προσκρούουν σε εμπεδωμένες πεποιθήσεις και στερεότυπα, και μάλιστα σε έναν κόσμο ολοένα πιο περίπλοκο, με εντεινόμενες πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις, όπου η μάχη για κοινωνική δικαιοσύνη είναι πιο απαιτητική στις διακρίσεις της.

Η δυνατότητα εξάσκησης στην αργή διαδικασία της ανάγνωσης εντύπων είναι, λοιπόν, κρίσιμο ζητούμενο. Για τους παγιδευμένους στη μετα-αλήθεια του ψηφιακού κόσμου οφείλουμε να διασφαλίσουμε οδούς διαφυγής. Όπως έχει σημειώσει ο Ουμπέρτο Έκο, ο δημοκρατικός πολιτισμός μας θα σωθεί μόνο αν μετατρέψει τη γλώσσα της εικόνας, από υπνωτικό φάρμακο, σε κίνητρο για κριτικό αναστοχασμό. Και ο αναστοχασμός χρειάζεται πρώτα απ’ όλα χρόνο. Εκείνο το ελάχιστο χρονικό κενό όταν σηκώνουμε το βλέμμα από το χαρτί.

Βέβαια, και ο Τύπος έχει τη δική του εξέχουσα θέση στη μακρά ιστορία της διάδοσης ψευδών ειδήσεων, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Δεν είναι άμοιρος της μακράς, αδιάλειπτης πορείας από τις αδιασταύρωτες και τις ψευδείς, προπαγανδιστικές ειδήσεις, στα fake news και στην post-truth πραγματικότητα. Ωστόσο, η συνθήκη της μετα-αλήθειας προϋποθέτει ως εμπειρική έννοια την εικονική πραγματικότητα. Και μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνη εάν ο πολίτης δεν έχει διαθέσιμο ένα διακόπτη με την επιλογή off. Ενισχύοντας τις πιθανότητες επιβίωσης του Τύπου και διαφυλάσσοντας τις μη ψηφιακές εκδοχές ειδησεογραφίας θωρακίζουμε αυτην την επιλογή.

Είμαστε υποχρεωμένοι ως κοινωνία να την θωρακίσουμε, με όπλο και τον Τύπο και τον μιντιακό εγγραμματισμό, και μάλιστα τώρα, που η μάχη ενάντια στον ολοκληρωτισμό της μετα-αλήθειας δείχνει να μην έχει κριθεί παρά το γεγονός ότι καταγράφονται και ελπιδοφόρες ενδείξεις. Για παράδειγμα, σύμφωνα με έρευνα του Reuters (2017), οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να προσεγγίζουν πιο κριτικά την ειδησεογραφία. Ποσοστό 88% δηλώνει ότι διασταυρώνει με άλλες, πιο αξιόπιστες πηγές τις ειδήσεις που διαβάζει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Υπάρχει επίσης σε διεθνές επίπεδο μια μικρή τάση επιστροφής των πολιτών σε εφημερίδες που θεωρούνται ως οι πλέον αξιόπιστες και έγκυρες ακριβώς γιατι ο κίνδυνος της παραπλάνησης και των fake news είναι τόσο πιθανός και άμεσος. Οι μηχανισμοί του fact/ reality checking και των λογισμικών εντοπισμού παραπλανητικής είδησης έχουν αρχίσει να απασχολούν ολοένα και περισσότερους μιντιακούς οργανισμούς.

Οι αξιόπιστες αυτές πηγές ενημέρωσης πρέπει να υπάρξουν, να πολλαπλασιαστούν, αλλά αυτό συνδέεται και με το κόστος παραγωγής και λειτουργίας των έντυπων μέσων ενημέρωσης. Είναι κι αυτό επείγον. Και τη στιγμή αυτή, που η δημοκρατία μας έχει τόσο μεγάλη ανάγκη από τον τέταρτο πυλώνα της, κανείς δεν περισσεύει. Τα έντυπα ΜΜΕ επομένως πρέπει να στηριχθούν σε μια προσπάθεια ανάκτησης και μεγέθυνσης της αξιοπιστίας τους: Από την εποχή της κοινής παραδοχής ότι «συμβαίνει γιατί το έγραψε η εφημερίδα» μέχρι την εξίσου κοινή κατακραυγή του «όλες οι εφημερίδες λένε ψέματα» το χαμένο έδαφος πρέπει να κερδηθεί. Γιατί, όπως απέδειξε η υπόθεση της εκλογής Τραμπ και των σχέσεων του νέου Προέδρου των ΗΠΑ με τα ΜΜΕ, η δαιμονοποίηση του Τύπου μπορεί να γίνει η άλλη όψη της μετα-αλήθειας.

Κλειδί η εμπιστοσύνη

Η αποκατάσταση σχέσεων εμπιστοσύνης ανάμεσα στους αναγνώστες και τα media είναι λοιπόν εξίσου κρίσιμο ζητούμενο. Το σχετικό σήμα κινδύνου έχει μάλιστα αγγίξει ήδη τις ευαίσθητες κεραίες των επιφορτισμένων με την ευθύνη διασφάλισης της εμπορικής βιωσιμότητας των επιχειρήσεων ΜΜΕ διεθνώς.

Για παράδειγμα το πιο πρόσφατο δελτίο τάσεων της WAN-IFRA (World Press Trends 2017) έχει τίτλο: «Ήρθε η εποχή που το κοινό βρίσκεται στο επίκεντρο» και ξεκινά με την παραδοχή ότι «η απώλεια των σχέσεων εμπιστοσύνης με τους αναγνώστες είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει η βιομηχανία μας και όλες μας οι προσπάθειες θα πρέπει να επικεντρωθούν στην ανάκτησή της». Σύμφωνα μάλιστα με το ίδιο δελτίο τάσεων, το 2015 σημειώθηκε μια θεμελιώδης στροφή στο μοντέλο των επιχειρήσεων ΜΜΕ, καθώς για πρώτη φορά τα άμεσα έσοδα από αναγνώστες ξεπέρασαν τα έσοδα από διαφημίσεις. Το 2016 τα έσοδα από την κυκλοφορία, έντυπη και ψηφιακή, αντιστοιχούσαν πλέον σε ποσοστό 56%. Ωστόσο, η πορεία των εσόδων για τις επιχειρήσεις του Τύπου παρέμεινε πτωτική και το 2016, σημειώνοντας περαιτέρω υποχώρηση κατά 2,1%, παραδέχεται με αγωνία το δελτίο της WAN-IFRA.

Σε μια εποχή που η ίδια η οικονομία των ΜΜΕ, μια οικονομία που έχει ειδωλοποιήσει τους ψηφιακούς κώδικες, στρέφεται στην οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης με το κοινό, πρέπει να σκεφτούμε ότι, ως προς αυτό το ζητούμενο, η έντυπη δημοσιογραφία διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα: Ένας μυστικός κώδικας εμπιστοσύνης συνήθως κρύβεται στο τυπωμένο χαρτί, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις, όπου και οι δημοσιογράφοι δεν λησμονούν τους Κώδικες Δεοντολογίας των ενώσεων τους.

Αναρωτιέται, τέλος, κανείς γιατί, παρά τις ηχηρές παραδοχές εκ μέρους των επιχειρηματιών των μίντια ότι η εμπιστοσύνη του κοινού πρέπει να ανακτηθεί, εντούτοις το φαινόμενο των ψευδοειδήσεων δεν σταματά να διογκώνεται και η συνθήκη της μετα-αλήθειας παραμένει απειλητική. Η απάντηση είναι ότι ένα κερδοσκοπικό μιντιακό σύστημα είναι υποχρεωμένο από την ίδια τη σύστασή του να παράγει ειδήσεις που εμπεδώνουν το status quo και, εν τέλει, δεν ενδιαφέρονται ούτε ανταποκρίνονται στις ανάγκες μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Η εμπορευματοποίηση σε συνδυασμό με την επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων των δημοσιογράφων υπονομεύουν τη δημοκρατική λειτουργία της δημόσιας σφαίρας, μια φαύλη διαδικασία που στο διάβα της παγιδεύει στο τέλος και την ίδια την αγορά σαν ένα αγριεμένο φίδι που δεν έχει να δαγκώσει πλέον τίποτα άλλο πέρα από την ουρά του.

Η κρατική στήριξη

Η κρατική στήριξη, μειώνοντας την εξάρτηση των ΜΜΕ, ιδιαίτερα των πιο αδύναμων, όπως τα έντυπα, από το βάρος της διαφημιστικής χρηματοδότησης μπορεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά και εν τέλει σωτήρια. Λιγότερο εμπορευματοποιημένα ΜΜΕ έχουν τη δύναμη να θεραπεύσουν σχέσεις εμπιστοσύνης με το κοινό τους και, στη συνέχεια, να προαγάγουν τη δημοκρατική συμμετοχή και τον διάλογο.

Ακόμα και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο δυσκίνητη και αναποφάσιστη, όταν δεν διακυβεύονται στενά οικονομετρικά θέσφατα αλλά αρχές και αξίες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, δείχνει να αντιδρά αργά αλλά σταθερά προς την κατεύθυνση της διαφύλαξης μιας ευρωπαϊκής δημόσιας σφαίρας, επιδοτώντας γενναία μιντιακούς διαύλους όπως το Euronews.

Σε ένα ψηφιακό περιβάλλον post-truth πραγματικότητας, η ανάγκη για τη δυνατότητα αναστοχασμού που μπορεί να προσφέρει η έντυπη ανάγνωση είναι αδήριτη. Ταυτοχρόνως, τα πλήρως εμπορευματοποιημένα ΜΜΕ μοιάζουν παγιδευμένα σε μια κούρσα θανάτου της αλήθειας, και συνεπώς της ίδιας τους της ύπαρξης. Πρέπει να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο. Και η στήριξη του Τύπου είναι ένα εργαλείο πολιτικής που δεν δικαιούμαστε να αγνοούμε.

Τούτων δοθέντων

Δεν υπάρχει άλλος κλάδος οικονομικής δραστηριότητας, ο οποίος να αλλάζει και να αναπτύσσεται συνεχώς τόσο πολύ όσο ο οπτικοακουστικός τομέας. Η ενίσχυση του ευρωπαϊκού οπτικοακουστικού περιεχομένου και η ενίσχυση της πολιτιστικής/ δημιουργικής βιομηχανίας είναι ταυτόχρονα και ενίσχυση των ίδιων των πολιτών της Ευρώπης. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για την περίπτωση της Ελλάδας. Στο πλαίσιο αυτό και στη βάση των νέων δεδομένων που διαμορφώνουν οι νέες εγχώριες ευρωπαϊκές και διεθνείς ρυθμίσεις, αλλά και η τεχνολογία και ο διεθνής δημόσιος διάλογος είναι επιτακτική ανάγκη οι θεσμικοί φορείς, οι επιχειρήσεις και όλοι οι εμπλεκόμενοι στο χώρο των οπτικοακουστικών μέσων επικοινωνίας να αναλάβουν πρωτοβουλίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια