Header Ads

Ιταλία 2020: Μια χώρα σε εκκρεμότητα.Του Λευτέρη Στουκογιώργου

Αποτέλεσμα εικόνας για Ιταλία 2020: Μια χώρα σε εκκρεμότητα
Το απόγευμα της 20ης Αυγούστου, στη Γερουσία, σε μια καθοριστική στιγμή, η Ιταλία γύρισε σελίδα. Μπροστά στον κίνδυνο του πλήρους εκφασισμού της Ιταλίας, ο λόγος του πρωθυπουργού Τζιουζέπε Κόντε και η συμμαχία των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων αποκατέστησαν την τιμή της ιταλικής δημοκρατίας.

Στην Ύβριν του Σαλβίνι απάντησε η Νέμεση. Όμως αυτή η κρίση δεν ήταν μια κλασική κυβερνητική κρίση, αλλά κρίση του ιταλικού πολιτικού συστήματος με ορατό τον κίνδυνο της πλήρης απαξίωσής του.

Η συγκυβέρνηση των δύο ανταγωνιστικών κομμάτων, του Δημοκρατικού Κόμματος και των Πέντε Αστέρων, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το κεντροδεξιό κόμμα του Ρέντζι (Viva Italia) που συμμετέχει στη συγκυβέρνηση, είναι επίσης ένας αστάθμητος παράγοντας. Ο πρωθυπουργός Κόντε, προς το παρόν, χαίρει ευρείας αποδοχής. Στόχος του Προέδρου Ματαρέλα είναι να κρατηθεί αυτή η κυβέρνηση μέχρι τις προεδρικές εκλογές (2022), αλλά αυτό θα κριθεί από την πορεία της οικονομίας την κοινωνική ατζέντα της κυβέρνησης και την παρέμβασή της στα ευρωπαϊκά δρώμενα. Δεδομένου ότι η Ιταλία βρίσκεται σε ύφεση και η κοινωνικο-οικονομική κρίση που βιώνει είναι η μεγαλύτερη μετά το κραχ του ’29, είναι φανερό ότι στο σημερινό πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας, βρίσκεται σε αδιέξοδο.

Η κατάρτιση του προϋπολογισμού χωρίς περαιτέρω μέτρα επιβάρυνσης της κοινωνίας, η μερική αποκαθήλωση του σαλβινισμού και η αποδοχή των νέων κανόνων του ESM ήταν από τα πρώτα ζητήματα που αντιμετώπισε η νέα κυβέρνηση. Έντονος είναι ο ιταλικός προβληματισμός για τον ESM. Όσο όμως η ΕΚΤ δεν λειτουργεί ως δανειστής έσχατης ανάγκης, τόσο θα κριτικάρεται ο ρόλος του ESM, που αδυνατεί να παρέμβει άμεσα και καθοριστικά σε μια ενδεχόμενη κρίση.

Βασικά ζητήματα δημοκρατίας όμως παραμένουν σε εκκρεμότητα:

1) Ο υφιστάμενος εκλογικός νόμος (Rosatellum), που κατασκευάστηκε από τον Ρέντζι για να ευνοεί συνασπισμούς, σε περίπτωση εκλογών (με βάση τις δημοσκοπήσεις) θα παρέδιδε τη χώρα στον συνασπισμό της Δεξιάς / Ακροδεξιάς, με πλειοψηφία σε Βουλή και Γερουσία και δικό της Πρόεδρο Δημοκρατίας. Η απλή αναλογική, που είναι το μόνο σύστημα που απομακρύνει την πιθανότητα επαναφοράς του Σαλβίνι στην εξουσία (μαζί με τη Μελόνι και τον Μπερλουσκόνι), είναι ακόμη υπό συζήτηση.

2) Το δημοψήφισμα για τη συνταγματική μεταρρύθμιση, που προωθεί λαϊκίστικα το Κ5Α για τη μείωση του αριθμού των βουλευτών από 630 σε 400 και των γερουσιαστών από 315 σε 200, μπορεί να χαϊδεύει τα αυτιά των ψηφοφόρων που έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο πολιτικό σύστημα αλλά μειώνει το επίπεδο δημοκρατίας.

3) Η κατάργηση των διατάξεων του σαλβινικού διατάγματος ασφάλειας δεν έχει ακόμα προχωρήσει. Στο μεταναστευτικό τουλάχιστον, η Ιταλία βγήκε από τη φασιστική ατζέντα του Σαλβίνι και ξαναγυρνά στη γραμμή της μεταρρύθμισης του Δουβλίνου.

Μετατοπίσεις

Στον πολιτικό άξονα, το Δημοκρατικό Κόμμα του Τζινγκαρέτι μετακινείται αριστερότερα, μετά τη Δεξιά στροφή των τελευταίων χρόνων που επιχείρησε ο Ρέντζι και βύθισε εκλογικά το κόμμα. Το Κ5Α πάλι είναι σε συνεχή μεταμόρφωση, αν σκεφτούμε ότι από αντιευρωπαικό «αντισυστημικό» κόμμα μέσα σε δύο χρόνια έγινε φιλοευρωπαϊκό και θεσμικό, που όμως ακόμα αναζητά τη θέση του στο δημοκρατικό τόξο. Ο Ρέντζι και το νέο του κόμμα προσπαθεί να καθιερωθεί στην πολιτική σκηνή ως ένα μακρονικό κόμμα της Κεντροδεξιάς, αλιεύοντας ψήφους από το Δημοκρατικό Κόμμα και την Forza Italia του Μπερλουσκόνι. Και τα τρία όμως κόμματα κουβαλούν τη ρευστότητα και την παθογένεια ενός πολιτικού συστήματος σε έναν διαρρηγμένο κοινωνικό ιστό, γεμάτο δυσαρέσκεια και χωρίς προοπτική. Οι περιφερειακές εκλογές, στα τέλη Ιανουαρίου στην Καλαβρία στον Νότο και στην Εμίλια Ρομάνια στον Βορρά, θα είναι ένας πρώτος δείκτης επανακαθορισμού της τακτικής των κυβερνητικών εταίρων.

Η κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης παραμένει σοβαρή απειλή για την ιταλική δημοκρατία. Ο Σαλβίνι, παρά την ήττα του, παραμένει ισχυρός και αναμένει την αποτυχία του προοδευτικού εγχειρήματος για να επανέλθει δριμύτερος. Η ακροδεξιά Μελόνι έχει αυξήσει επίσης τις μετοχές της στη δεξιά πολυκατοικία, ενώ οι ψηφοφόροι του Μπερλουσκόνι είναι το μήλο της έριδας μεταξύ Ρέντζι και Ακροδεξιάς. Ο ίδιος όμως ακόμα είναι παρών στο πολιτικό σκηνικό!

Η οικονομία

Οι άτολμες αλλαγές στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η πιθανή επανεκλογή Τράμπ και οι συνέπειες του προστατευτισμού στην Ευρώπη, ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ - Κίνας, η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, η διόγκωση του παγκόσμιου χρέους, η συμμετοχή της Ιταλίας στόν κινέζικο δρόμο του μεταξιού, το Brexit που είναι πλέον πραγματικότητα και το μεταναστευτικό είναι οι εξωτερικοί παράγοντες που θα επηρεάσουν τον βίο αυτής της κυβέρνησης.

Η ιταλική οικονομία είναι σε ύφεση από τις αρχές του ’18 και θα κλείσει με σχεδόν μηδενική ανάπτυξη φέτος. Για το 2020 η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται γύρω στο 0,4% και συνεπώς ο υφεσιακός κύκλος θα συνεχιστεί, με επιδείνωση των συνθηκών για τον κόσμο της εργασίας , με υψηλό επίπεδο επίσημης ανεργίας (+10%) και διεύρυνση των ανισοτήτων. Η μείωση της ανάπτυξης στην Ευρώπη και ειδικά στη Γερμανία και οι χλομές προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας είναι επιπρόσθετοι αρνητικοί παράγοντες. Ο πληθωρισμός, όπως και ο ευρωπαϊκός, απέχει πολύ από τον στόχο του 2%, γεγονός που ενισχύει τις αρνητικές προοπτικές. Το έλλειμμα προβλέπεται φέτος στο 2,2%, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος να προσεγγίσει το 3% το 2020. Το δημόσιο χρέος ανήλθε στο 135,7%, ενώ δεν αναμένεται βελτίωση για το ’20.

Η ανησυχία για την «ιταλική περίπτωση» αντανακλάται στη δήλωση του γραμματέα της CGIL, Μαουρίτσιο Λαντίνι, που ζητάει κοινή στρατηγική συνδικάτων, κυβέρνησης και επιχειρήσεων για να μην καταρρεύσει η χώρα από τη διαδικασία συνεχούς αποβιομηχανοποίησης.

Κυρίαρχο το άγχος

Η παρακμή κοινωνίας και πολιτικής και η κυριαρχία του σαλβινισμού της τελευταίας περιόδου φωτογραφίζεται από την έκθεση του Κέντρου Κοινωνικών Μελετών Censis, μέσα από τις λέξεις που επικρατούν στην κοινωνία: θυμός, μοναξιά, αβεβαιότητα, προδοσία, άγχος, δυσπιστία. Το 69% δηλώνει αβεβαιότητα για το μέλλον και μόνο ένα 13% δηλώνει αισιόδοξο. Το 74% δήλωσαν αυξημένο άγχος και το 40% προβλέπει χειρότερο μέλλον για τα παιδιά τους. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι αυτό το 48% που δηλώνει ότι θα ήθελε «έναν ισχυρό άνδρα στην εξουσία, που δεν θα χρειάζεται να ασχολείται με το Κοινοβούλιο και τις εκλογές». Το ποσοστό αυτό αυξάνει στο 54% στα χαμηλά εισοδήματα και στο 67% στους εργαζόμενους. Η μείωση της ταξικής συνείδησης δίνει μια διάσταση ιστορικής ήττας της εργασίας.

Οι "Σαρδέλες"

Σε αυτό το τρίπτυχο πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κρίσης το μόνο ενθαρρυντικό είναι η έντονη παρουσία διάφορων κινημάτων που δρουν τα τελευταία χρόνια (Αντιμάφια, No Tav, περιβαλλοντικά κ.λπ.), με αποκορύφωμα το τωρινό αντιφασιστικό κίνημα των «Σαρδελών». Πρόκειται για ένα πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό μίγμα ενός κινήματος ξεκάθαρα από τα κάτω, που το ενώνει η απέχθεια προς τον σαλβινισμό και τον φασισμό. Όπως δηλώνουν στο μανιφέστο τους: «Για πολύ καιρό παίξατε με τα συναισθήματά μας... Για χρόνια ρίχνετε ψέματα και μίσος για εμάς και τους συμπολίτες μας: έχετε ενώσει αλήθεια και ψέμα. Επωφεληθήκατε από την καλή πίστη, τους φόβους και τις δυσκολίες μας για να απαγάγετε την προσοχή μας». Ο Mattia Santori , ο ένας από τους τέσσερις αρχικούς ιδρυτές, δήλωσε ότι ο κύριος ρόλος αυτού του κινήματος είναι να λειτουργήσει σαν σύνδεσμος μεταξύ του πολιτικού κόσμου και της συμμετοχής των πολιτών.

Το κίνημα αυτό έρχεται να καλύψει το δημοκρατικό κενό, εξαιτίας της αδυναμίας του δημοκρατικού και αριστερού πολιτικού χώρου να απαντήσει στη νέα Ακροδεξιά και στα ξενόφοβα, ρατσιστικά και φασιστικά μηνύματά της.

Αν αυτή η κυβέρνηση κατορθώσει να αποκτήσει την εμπιστοσύνη των προοδευτικών πολιτών, αν κερδίσει ικανό δημοσιονομικό χώρο, αν αποκαταστήσει βασικά δημοκρατικά δικαιώματα όπως τα εργασιακά, αν αλλάξει το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο και μειώσει τις ανισότητες, τότε η πιθανότητα επιστροφής του Σαλβίνι και της Ακροδεξιάς στην κυβέρνηση θα μείνει μόνο πιθανότητα!

Δεν υπάρχουν σχόλια