Header Ads

Μας λένε τι να ψηφίσουμε με εργαλείο το Facebook


Η νέα εκτεταμένη διαρροή εγγράφων της Cambridge Analytica δίνει τη μεγάλη εικόνα της υπόθεσης που αγγίζει 65 χώρες

Το πρωτοχρονιάτικο δώρο της Μπρίτανι Κάιζερ, πρώην στελέχους της έκπτωτης βρετανικής συμβουλευτικής εταιρείας Cambridge Analytica, παγκοσμίως γνωστής από το σκάνδαλο κατάχρησης δεδομένων εκατομμυρίων λογαριασμών της πλατφόρμας Facebook, είναι ογκώδες και έρχεται σε δόσεις. Πρόκειται για νέα διαρροή εγγράφων –περισσότερα από 100.000 emails, εταιρικές εκθέσεις και αξιολογήσεις–, τα οποία, αρχής γενομένης από 1ης Ιανουαρίου, θα δημοσιεύονται σταδιακά σε διάστημα μερικών μηνών με σκοπό να στοιχειοθετήσουν όλο το εύρος των αμαρτωλών δραστηριοτήτων της Cambridge Analytica παγκοσμίως.

Η βόμβα της χειραγώγησης εκατομμυρίων ψηφοφόρων μέσω της παράνομης χρήσης προσωπικών δεδομένων από τα προφίλ τους στο Facebook για λογαριασμό της προεκλογικής εκστρατείας του νυν Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ αλλά και υπέρ του Brexit έσκασε τον Μάρτιο του 2018 από δύο μάρτυρες δημόσιου συμφέροντος οι οποίοι γνώριζαν εκ των έσω τη μεθοδολογία στόχευσης των ψηφοφόρων βάσει των ψυχολογικών χαρακτηριστικών τους ώστε να… βομβαρδιστούν με τις κατάλληλες διαφημίσεις. Το αποτέλεσμα για τον τεχνολογικό κολοσσό Facebook ήταν η πρωτοφανής πτώση της αξίας των μετοχών του κατά κάμποσα δισεκατομμύρια δολάρια κι ένα πρόστιμο της τάξης των 5 δισ. δολαρίων.

Ηταν ήδη γνωστό ότι οι δραστηριότητες της Cambridge Analytica δεν περιορίζονταν στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016 και στο βρετανικό δημοψήφισμα του Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, τις οποίες έφεραν στο φως οι εφημερίδες «Guardian», «Observer» και «New York Times» πριν από σχεδόν δύο χρόνια. Οι πληροφορίες ήθελαν τη δράση της εταιρείας να εκτείνεται σε δεκάδες χώρες. Ωστόσο τα νέα έγγραφα, τα οποία είχε στην κατοχή της η Κάιζερ από τον καιρό που εργαζόταν για την εταιρεία συμβουλευτικής και ανάλυσης δεδομένων, αποκαλύπτουν τις τρομακτικές διαστάσεις χειραγώγησης των πολιτών σε τουλάχιστον 65 χώρες μέσω των data της Cambridge Analytica. Σε αυτές περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τις πληροφορίες, η Αυστραλία, η Αργεντινή, η Ινδία, η Ελβετία, η Τουρκία αλλά και η Βόρεια Μακεδονία.

Εκλογές και χορηγίες

Η πρώτη δεσμίδα εγγράφων που έχουν δημοσιευτεί έως σήμερα στον λογαριασμό που έφτιαξε η Κάιζερ στην ανταγωνίστρια του Facebook πλατφόρμα Twitter, τον οποίο ονόμασε «Hindsight is 2020» (σε ελεύθερη μετάφραση: η στερνή γνώση έρχεται το 2020), αφορά τη Βραζιλία, την Κένυα και τη Μαλαισία, ενώ περιλαμβάνει ακόμη δύο φακέλους σχετικά με τον Αμερικανό πρώην σύμβουλο εθνικής ασφάλειας του προέδρου Τραμπ Τζον Μπόλτον και τη θέση του Ιράν στη δημόσια συζήτηση στη διάρκεια της αμερικανικής προεκλογικής περιόδου.

«Φοβάμαι πολύ για το τι μπορεί να συμβεί στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές που θα διεξαχθούν αργότερα μέσα στη χρονιά και νομίζω ότι ένας από τους λίγους τρόπους για να προστατευτούμε είναι να βγάλουμε προς τα έξω όσο περισσότερα στοιχεία γίνεται» υποστήριξε η Κάιζερ σχετικά με την απόφαση να δημοσιοποιήσει τα νέα έγγραφα τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Η σημασία της διαρροής, πέρα από την αποκάλυψη της παγκόσμιας δράσης της εταιρείας, έγκειται στο ξεσκέπασμα των πρακτικών ξεπλύματος μαύρου χρήματος μέσα από τη χρηματοδότηση πολιτικών προσώπων και εκστρατειών. «Υπάρχουν emails μεταξύ μεγάλων χορηγών του Τραμπ οι οποίοι συζητούν πώς να κρατήσουν στο σκοτάδι την πηγή των δωρεών τους μέσα από μια σειρά διαφορετικών χρηματοδοτικών εταιρειών» εξηγεί η Κάιζερ.

Η πικρή παραδοχή

Στην προσπάθειά του να υποβαθμίσει τον ρόλο που διαδραμάτισε η Cambridge Analytica στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016, ένα από τα στελέχη του Facebook, ο Αντριου Μπρόσγουορθ, ισχυρίστηκε σε επιστολή η οποία διέρρευσε στους «New York Times» ότι η βρετανική εταιρεία πουλούσε λίγο ως πολύ… φύκια για μεταξωτές κορδέλες και ότι δεν ήταν τόσο ισχυρή όσο βγήκε προς τα έξω.

Ωστόσο το ζουμί είναι αλλού. Κάνοντας παρομοίωση με την ιστορία του Τόλκιν «Ο άρχοντας των δαχτυλιδιών», στην οποία ένας χαρακτήρας αρνείται το πανίσχυρο δαχτυλίδι επειδή γνωρίζει ότι θα τον διαφθείρει, είπε χαρακτηριστικά: «Οσο δελεαστικό κι αν είναι να χρησιμοποιήσουμε εργαλεία που βρίσκονται στη διάθεσή μας για να αλλάξουμε το αποτέλεσμα (σ.σ.: των αμερικανικών προεδρικών εκλογών), είμαι πεπεισμένος ότι δεν πρέπει να το κάνουμε αυτό, ειδάλλως θα γίνουμε αυτό που φοβόμαστε».
Φάκελος Βραζιλία

Μετά τις επιτυχημένες προεκλογικές εκστρατείες του Ντόναλντ Τραμπ και του Brexit η εταιρεία ανάλυσης δεδομένων Cambridge Analytica επέκτεινε τον Μάρτιο του 2017 τις δραστηριότητές της στη Βραζιλία ενόψει των προεκλογικών εκλογών της επόμενης χρονιάς. Συνεργάστηκε με την εταιρεία μάρκετινγκ Ponte Estratégia με έδρα το Σάο Πάολο μέσω της εταιρείας CA-Ponte, η οποία δρούσε ως τοπικό παράρτημα της Cambridge Analytica στη χώρα. 

Τα emails, οι εκθέσεις και τα λοιπά έγγραφα που δημοσίευσε το πρώην στέλεχος της εταιρείας Μπρίτανι Κάιζερ δείχνουν τις πρακτικές προσέγγισης πολιτικών προσώπων αλλά και στελεχών από τον τραπεζικό και τον επιχειρηματικό κόσμο μέσω τοπικών διαμεσολαβητών, αλλά και την προσαρμοσμένη στις πολιτιστικές ανάγκες της χώρας μεθοδολογία της εταιρείας, η οποία κατέτασσε τους ψηφοφόρους βάσει της δεκτικότητας, της ευσυνειδησίας, της εξωστρέφειας, της προθυμίας και του νευρωτισμού τους. 

Η επιτυχημένη συνταγή της στην περίπτωση της Βραζιλίας θα εφαρμοζόταν μέσω της πλατφόρμας του Facebook, δίνοντας τη δυνατότητα στους διαφημιστές να επιλέξουν ποιες κατηγορίες χρηστών θα βομβαρδίζονταν με αντίστοιχες διαφημίσεις, αλλά και της εφαρμογής μηνυμάτων WhatsApp η οποία ήταν πολύ διαδεδομένη στη χώρα. Η αποκάλυψη του σκανδάλου τον Μάρτιο του 2018 είχε αποτέλεσμα την παύση της συνεργασίας της CAPonte με την αμαρτωλή εταιρεία. Η προεργασία ωστόσο είχε ήδη γίνει.
Φάκελος Μπόλτον

Ενα από τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στην τελευταία διαρροή είναι μια μελέτη η οποία ανατέθηκε στην Cambridge Analytica από την επιτροπή συγκέντρωσης κεφαλαίων με σκοπό τη στήριξη υποψηφίων του Τζον Μπόλτον, πρώην συμβούλου εθνικής ασφάλειας του προέδρου Τραμπ. Επρόκειτο για εκστρατεία ψηφιακής διαφήμισης η οποία απευθυνόταν σε διαφορετικά γνωρίσματα της προσωπικότητας και είχε τρεις αλληλένδετους στόχους: να πείσει τους ψηφοφόρους να εκλέξουν Ρεπουμπλικάνους υποψήφιους της Γερουσίας στις πολιτείες του Αρκανσο, της Βόρειας Καρολίνας και του Νιου Χαμσάιρ, να αναδείξει την εθνική ασφάλεια ως ζήτημα ύψιστης σημασίας και να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη για την εκστρατεία χρηματοδότησης του Μπόλτον. 

Η Cambridge Analytica ξεχώρισε «τους ευκολόπιστους και όσους ψηφοφόρους δεν ασκούν τακτικά το εκλογικό τους δικαίωμα, θέλοντας να εντοπίσει τα τμήματα του εκλογικού σώματος τα οποία θα μπορούσαν να επηρεαστούν από τα μηνύματα της καμπάνιας του Μπόλτον». Οι ψηφοφόροι αυτοί βομβαρδίστηκαν με διαδικτυακές και τηλεοπτικές διαφημίσεις οι οποίες σχεδιάστηκαν για να τους φανούν ελκυστικές βάσει συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς τους, των θεμάτων που κρίνουν οι ίδιοι σημαντικά, καθώς και δημογραφικών στοιχείων. Ο ψηφοφόρος που κατατασσόταν στην κατηγορία του «ευσυνείδητου», για παράδειγμα, ήταν αυτός που μεταξύ άλλων έδειχνε να νοιάζεται πολύ για τα παιδιά του μέσω συχνών αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό λοιπόν θα ήταν το μήνυμα της διαφήμισης που θα λάμβανε από την καμπάνια του Μπόλτον.

Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες

Μπορεί τα στελέχη του Facebook να ισχυρίζονται ότι ερήμην τους η Cambridge Analytica χρησιμοποίησε τα δεδομένα εκατομμυρίων χρηστών της πλατφόρμας τα οποία εξαγόρασε από την Global Science Research (GSR), ωστόσο μία τους κίνηση, την οποία προσπάθησαν να κρατήσουν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, εγείρει τουλάχιστον έντονες υποψίες. Πέρα από τις ρόδινες υποσχέσεις περί ενδελεχούς έρευνας όλων των εφαρμογών που φιλοξενεί η πλατφόρμα με στόχο τον εντοπισμό αυτών που η λειτουργία τους συνδέεται με «ύποπτες δραστηριότητες» κατάχρησης προσωπικών δεδομένων, ο τεχνολογικός κολοσσός απέτυχε να δώσει πειστική απάντηση για μια πρόσληψη στην οποία προέβη τον Νοέμβριο του 2015. Επρόκειτο για τον Τζόζεφ Τσάνσελορ, έναν εκ των δύο συνιδρυτών της GSR, ο οποίος μαζί με τον Αλεξάντρ Κόγκαν είχε βρεθεί στο επίκεντρο του σκανδάλου χειραγώγησης των ψηφοφόρων μέσω της εκμαίευσης δεδομένων τους από το Facebook. Το είχαν πετύχει μέσω εφαρμογής που ανέπτυξαν η οποία προέτρεπε τους χρήστες της κοινωνικής πλατφόρμας να πραγματοποιήσουν ένα κουίζ προσωπικότητας μέσω του οποίου κατατάσσονταν σε κατηγορίες ψηφοφόρων, οι οποίοι εντέλει δέχονταν στοχευμένα μηνύματα υπέρ του τότε υποψηφίου για τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές Ντόναλντ Τραμπ. Ο Τσάνσελορ, ψυχολόγος με ειδίκευση στην ανάλυση δεδομένων, εντάχθηκε στην ομάδα του Facebook μόλις δύο μήνες μετά την αποχώρησή του από την GSR, η οποία είχε ήδη καταφέρει να βάλει το δάχτυλο στο μέλι των προσωπικών δεδομένων εκατομμυρίων χρηστών ερήμην τους. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, από το περασμένο φθινόπωρο δεν εργάζεται πλέον στον τεχνολογικό κολοσσό. Το ερώτημα ωστόσο που προκύπτει είναι το εξής: γιατί το Facebook, το οποίο εξαρχής διατεινόταν ότι δεν γνώριζε τις παραβατικές πρακτικές της Cambridge Analytica (την οποία όταν έσκασε το σκάνδαλο αναγκάστηκε να αποκλείσει από την πλατφόρμα), προσέλαβε ένα από τα δύο «μυαλά» που κρύβονταν πίσω από το μεγαλοφυές μεν, καθόλου τίμιο δε σχέδιο χειραγώγησης των ψηφοφόρων μέσω της διαδικτυακής τους ταυτότητας;

Άννα Σ. Παπαδημητρίου
documentonews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια